Η αμερικανική υπηρεσία μετανάστευσης και τελωνείων (ICE) βρίσκεται στο επίκεντρο έντονων επικρίσεων, καθώς οι μέθοδοι δράσης της παρομοιάζονται πλέον με εκείνες της Γκεστάπο. Η σύγκριση αυτή προέρχεται όχι μόνο από ακτιβιστές, αλλά και από τον γνωστό πόντκαστερ Τζο Ρόγκαν, ο οποίος στις τελευταίες εκλογές είχε στηρίξει τον Ντόναλντ Τραμπ.
Οι δηλώσεις του Ρόγκαν εντείνουν τη δημόσια συζήτηση σχετικά με τις πρακτικές της ICE, η οποία εφαρμόζει την πολιτική μαζικών απελάσεων μεταναστών χωρίς έγγραφα, όπως είχε εξαγγείλει ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος. Δημοσκοπήσεις καταγράφουν ότι η πλειοψηφία των Αμερικανών διαφωνεί με τις ενέργειες της υπηρεσίας, ειδικά μετά το περιστατικό στη Μινεάπολη όπου πράκτορας της ICE πυροβόλησε θανάσιμα τη Ρενέ Γκουντ, μητέρα τριών παιδιών.
Σύμφωνα με έρευνα του ινστιτούτου Quinnipiac, το 57% των ψηφοφόρων καταδικάζει τις πρακτικές της ICE. Η στάση αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη στους Δημοκρατικούς (94%) και στους ανεξάρτητους (64%), ενώ το 84% των Ρεπουμπλικανών παραμένει υποστηρικτικό. Παράλληλα, δημοσκόπηση των YouGov/The Economist δείχνει για πρώτη φορά πλειοψηφία (46%) υπέρ της κατάργησης της ICE έναντι 43% που διαφωνεί.
Ο Τζο Ρόγκαν, σχολιάζοντας τις εφόδους της υπηρεσίας, τόνισε: «Δεν θες άνθρωποι με στρατιωτικό εξοπλισμό να γυρίζουν στους δρόμους και ν’ αρπάζουν ανθρώπους — πολλοί από τους οποίους αποκαλύφθηκε ότι είναι αμερικανοί πολίτες που απλά δεν είχαν χαρτιά πάνω τους. Θα γίνουμε η Γκεστάπο, ‘πού είναι τα χαρτιά σας;’ Εκεί έχουμε φτάσει;»
Παράλληλα, ο σχολιαστής Μπεν Μπέρτζις χαρακτήρισε τον Ρόγκαν ως τον «πιο διάσημο αναποφάσιστο ψηφοφόρο» της Αμερικής, επισημαίνοντας το ενδιαφέρον που προκαλεί η μεταστροφή του.
Από την πλευρά της κυβέρνησης, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Κάρολαϊν Λέβιτ, υπερασπίστηκε τη σκληρή γραμμή, τονίζοντας ότι τα μέλη της ICE «απλά προσπαθούν να εφαρμόσουν τον νόμο» και κατηγόρησε τους Δημοκρατικούς για διασπορά αρνητικής εικόνας.
Ωστόσο, ειδικοί όπως ο καθηγητής Δικαίου Στίβεν Σουίν από το Πανεπιστήμιο του Ιλινόι στο Σικάγο, σημειώνουν ότι οι πρακτικές της ICE – όπως οι έλεγχοι ταυτοτήτων χωρίς «εύλογη υποψία» – έρχονται σε αντίθεση με θεμελιώδεις αρχές του αμερικανικού δικαίου. Επισημαίνει ότι όταν οι πράκτορες ζητούν έγγραφα από ειρηνικούς διαδηλωτές ή στοχοποιούν άτομα λόγω εθνικής ή φυλετικής ταυτότητας, πολλοί το εκλαμβάνουν ως πρακτική «δικτατορικών ή ολοκληρωτικών καθεστώτων».
Σημαντική ανησυχία προκαλεί επίσης η ταχεία αύξηση του προσωπικού της ICE, που έχει φτάσει τους 22.000 πράκτορες σε εθνικό επίπεδο, με την εκτελεστική εξουσία να παρέχει «απόλυτη ασυλία» στη δράση τους. Τόσο ο σύμβουλος του Λευκού Οίκου, Στίβεν Μίλερ, όσο και ο πρόεδρος Τζέι Ντι Βανς έχουν εκφράσει δημόσια τη στήριξή τους στην υπηρεσία και τις πρακτικές της.
Παρά ταύτα, σύμφωνα με ρεπορτάζ του Axios, εσωτερικές δημοσκοπήσεις της αμερικανικής κυβέρνησης δείχνουν πτώση της υποστήριξης προς την ICE ακόμη και μεταξύ των δεξιών ψηφοφόρων. Ανώτερος σύμβουλος του προέδρου φέρεται να δηλώνει ότι ο ίδιος επιθυμεί μεν μαζικές απελάσεις, αλλά δεν εγκρίνει την αρνητική εικόνα που δημιουργείται από τις αμφιλεγόμενες μεθόδους της υπηρεσίας.