Η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) φαίνεται να τίθεται στο επίκεντρο των επιχειρηματικών στρατηγικών, καθώς οι εφαρμογές της επεκτείνονται σε όλους σχεδόν τους κλάδους οικονομίας, από το εμπόριο και τις υπηρεσίες έως τη βιομηχανία και τα χρηματοοικονομικά.
Ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις δηλώνουν πρόθυμες να επενδύσουν και να την ενσωματώσουν στις λειτουργίες τους, όμως το βασικό ερώτημα παραμένει: πόσο πραγματικά έτοιμες είναι οι επιχειρήσεις στο να αξιοποιήσουν την Τεχνητή Νοημοσύνη;
Μήπως απλώς βρισκόμαστε στο στάδιο της διερεύνησης των δυνατοτήτων, ίσως ούτε καν πρόθεσης;
Από την τεχνολογία στην οργανωσιακή ικανότητα
Ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν αφορά πλέον μόνο στην υιοθέτηση «μοντέρνων» τεχνολογιών. Αφορά στον επανασχεδιασμό των διαδικασιών, στη λήψη αποφάσεων βάσει δεδομένων και στη συνολική αναδιάρθρωση του τρόπου λειτουργίας των οργανισμών.
Η ΤΝ ειδικότερα, δεν μπορεί να λειτουργήσει εφαπτομενικά της επιχειρηματικής λειτουργίας πρακτικής. Η αξιοποίησή της προϋποθέτει:
- επαρκή και αξιόπιστα δεδομένα
- κατάλληλες τεχνολογικές υποδομές
- εξειδικευμένες δεξιότητες
- αλλά και σαφή στρατηγική κατεύθυνση
Με άλλα λόγια, η επιτυχής ενσωμάτωση της ΤΝ δεν είναι τεχνολογικό ζήτημα, αλλά οργανωσιακό.
Η εμπειρική έρευνα
Σε αυτό το πλαίσιο, διπλωματική εργασία που εκπονήθηκε στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών Athens MBA από την κ. Ε. Μυρίλλα, σε συνεργασία με το Εργαστήριο Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας του ΕΜΠ, και επιβλέποντα τον Καθ. Α. Τσακανίκα, διερεύνησε την ετοιμότητα των επιχειρήσεων για τον ψηφιακό μετασχηματισμό και την ενσωμάτωση ΤΝ.
Η έρευνα βασίστηκε σε ποσοτική ανάλυση ερωτηματολογίου και περιλάμβανε δείγμα 101 επιχειρήσεων από διαφορετικούς κλάδους, μεγέθη και γεωγραφικές περιοχές της χώρας.
Το ερωτηματολόγιο περιελάμβανε ερωτήσεις, στις οποίες οι συμμετέχοντες αξιολογούσαν διάφορες πτυχές ετοιμότητάς τους σε κλίμακα από το 1 έως το 5, με στόχο να αποτυπωθεί όχι μόνο η πρόθεση υιοθέτησης, αλλά και οι οργανωσιακές και τεχνολογικές προϋποθέσεις που τη συνοδεύουν.
Μεταβατική ψηφιακή ωριμότητα
Ένα από τα βασικά ευρήματα της έρευνας είναι ότι οι επιχειρήσεις βρίσκονται σε ένα μάλλον μεταβατικό στάδιο ψηφιακής ωριμότητας.
Η πλειονότητα των συμμετεχόντων δηλώνει ότι είναι εξοικειωμένη με τις έννοιες του ψηφιακού μετασχηματισμού και τις δυνατότητες της ΤΝ και εμφανίζει πρόθεση υιοθέτησης.
Ωστόσο, η πρόθεση αυτή δεν συνοδεύεται πάντα από σαφή στρατηγική ή από μετρήσιμα επιχειρησιακά αποτελέσματα.
Ενδεικτικά, μόλις το 39,6% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι μπορεί να προσδιορίσει με σαφήνεια το επιχειρησιακό όφελος από την αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών.
Το εύρημα αυτό αναδεικνύει ένα κρίσιμο χάσμα: τη διαφορά μεταξύ πρόθεσης και πραγματικής ενσωμάτωσης.
Η σημασία της οργανωσιακής ετοιμότητας
Η έρευνα επιβεβαιώνει ότι η ετοιμότητα για ΤΝ δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνολογία. Παράγοντες όπως:
- η ηγεσία
- η σαφήνεια στρατηγικών στόχων
- η κουλτούρα καινοτομίας
- η συνεργασία μεταξύ τμημάτων
παίζουν καθοριστικό ρόλο.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η ισχυρή σχέση μεταξύ στρατηγικής κατεύθυνσης της διοίκησης και εσωτερικής ευθυγράμμισης, γεγονός που υποδηλώνει σχεδόν παράλληλη εξέλιξη των δύο αυτών παραγόντων.
Διαφαίνεται έντονα, δηλαδή, ότι επιχειρήσεις στις οποίες η διοίκηση θέτει σαφείς στόχους για τον ψηφιακό μετασχηματισμό εμφανίζουν και υψηλότερα επίπεδα συνοχής και συνεργασίας.
Το εύρημα αυτό υπογραμμίζει ότι η ΤΝ δεν αποδίδει σε περιβάλλοντα όπου απουσιάζει οργανωσιακή συνοχή.
Η ετοιμότητα, ωστόσο, δεν είναι ομοιόμορφη. Η ανάλυση ανέδειξε σημαντικές διαφοροποιήσεις, μεταξύ κλάδων δραστηριότητας, μεγέθους επιχειρήσεων και μεταξύ γεωγραφικών περιοχών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι διαφορές αυτές είναι ιδιαίτερα έντονες.
Για παράδειγμα, ο κλάδος δραστηριότητας εξηγεί σε πολύ μεγάλο βαθμό – σχεδόν τα δύο τρίτα – των διαφορών στον τρόπο που οι επιχειρήσεις αντιλαμβάνονται την αξία της ΤΝ, γεγονός που δείχνει ότι η φύση της δραστηριότητας αποτελεί καθοριστικό παράγοντα ετοιμότητας: κλάδοι με μεγαλύτερη διαθεσιμότητα δεδομένων εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα ετοιμότητας.
Παράλληλα, οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις εμφανίζουν σαφώς υψηλότερα επίπεδα οργανωσιακής ωριμότητας, ενώ οι μικρότερες επιχειρήσεις, αντιμετωπίζουν περιορισμούς σε πόρους, δεξιότητες και δομές.
Επιπλέον, εντοπίζεται και γεωγραφικό χάσμα, με επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε μεγαλύτερα αστικά κέντρα να εμφανίζουν υψηλότερη ετοιμότητα.
Επίσης ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εύρημα αφορά στη σχέση μεταξύ επενδύσεων και αναμενόμενων επιχειρησιακών ωφελειών.
Η συσχέτιση μεταξύ του διαθέσιμου προϋπολογισμού για ψηφιακές επενδύσεις και των αναμενόμενων εσόδων είναι εξαιρετικά υψηλή, γεγονός που δείχνει ότι οι επιχειρήσεις που επενδύουν περισσότερο τείνουν να προσδοκούν και μεγαλύτερη αξία.
Η σχέση αυτή αναδεικνύει ότι η αντίληψη της αξίας της ΤΝ συνδέεται άμεσα με την στρατηγική δέσμευση και τη διάθεση πόρων.
Τι σημαίνουν όμως τα ευρήματα αυτά για το ελληνικό παραγωγικό σύστημα, όπου το 99% των επιχειρήσεων είναι μικρομεσαίες.
Σημαίνει καταρχάς ότι η υιοθέτηση της ΤΝ δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά σε μεμονωμένες πρωτοβουλίες επιχειρήσεων. Απαιτείται ένα ευρύτερο οικοσύστημα υποστήριξης, που να περιλαμβάνει:
- προγράμματα κατάρτισης και ανάπτυξης δεξιοτήτων
- πρόσβαση σε χρηματοδότηση
- ενίσχυση συνεργασιών και δικτύων καινοτομίας
Η γεφύρωση του χάσματος μεταξύ μεγάλων και μικρών επιχειρήσεων, καθώς και μεταξύ κέντρου και περιφέρειας, αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για τη διάχυση των τεχνολογιών ΤΝ στην οικονομία.
Συμπερασματικά, τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν ότι η μετάβαση προς την ΤΝ δεν περιορίζεται στη διαθεσιμότητα τεχνολογίας σε λογικό κόστος.
Οι τεχνολογικές λύσεις υπάρχουν, εξελίσσονται ταχύτατα και είναι ολοένα και περισσότερο προσιτές, ακόμη και σε μικρότερες επιχειρήσεις. Το πραγματικό εμπόδιο είναι η ικανότητα των οργανισμών να ευθυγραμμίσουν στρατηγική, ανθρώπους, δεδομένα και διαδικασίες σε ένα συνεκτικό σύστημα.
Η έρευνα δείχνει ότι πολλές επιχειρήσεις βρίσκονται σε ένα «ενδιάμεσο σημείο»: γνωρίζουν, ενδιαφέρονται και σε αρκετές περιπτώσεις πειραματίζονται, αλλά δεν έχουν ακόμη μετατρέψει την ΤΝ σε οργανωσιακή ικανότητα. Είναι ίσως νωρίς να αναμένει κάποιος λειτουργική ωριμότητα στις αποφάσεις και σε κάτι τόσο ταχύτατα εξελισσόμενο.
Όμως η κατανόηση του ότι η πραγματική αξία της ΤΝ δεν προκύπτει από μεμονωμένες εφαρμογές, αλλά από τη συστηματική και επαναλαμβανόμενη αξιοποίησή της σε όλο το εύρος των λειτουργιών μιας επιχείρησης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόκληση δεν είναι τεχνολογική. Είναι διοικητική και στρατηγική. Οι επιχειρήσεις που θα καταφέρουν να μεταβούν από την αποτελεσματική υιοθέτηση σε ολοκληρωμένη ενσωμάτωση θα είναι εκείνες που θα αποκτήσουν και το πραγματικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Αντίθετα, όσες παραμείνουν στο επίπεδο της πρόθεσης ή των απομονωμένων πολιτικών εφαρμογών, κινδυνεύουν να βρεθούν σε μια «ψευδαίσθηση ψηφιακού μετασχηματισμού», χωρίς ουσιαστική βελτίωση της παραγωγικότητας ή της ανταγωνιστικότητας.
Τελικά, η Τεχνητή Νοημοσύνη λειτουργεί ως ένας καθρέφτης οργανωσιακής ωριμότητας. Δεν μετασχηματίζει από μόνη της τις επιχειρήσεις – αναδεικνύει ποιες είναι ήδη έτοιμες να μετασχηματιστούν.
Και, τελικά, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν οι επιχειρήσεις θα την υιοθετήσουν.
Το ερώτημα είναι ποιες είναι πραγματικά έτοιμες να τη μετατρέψουν σε βιώσιμη επιχειρηματική αξία.
*Των Άγγελου Τσακανίκα, Καθηγητή ΕΜΠ, Διευθυντή Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ)-ΕΜΠ και Επικεφαλής του Γραφείου Μεταφοράς Τεχνολογίας του ΕΜΠ και Ειρήνης Μυρίλλα, διπλωματούχος Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, MEng, MBA.