Η ανεξέλεγκτη λήψη βιταμινών μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη, ειδικά όταν πραγματοποιείται σε υψηλές δόσεις και για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το συχνότερο λάθος, σύμφωνα με τους ειδικούς, είναι η λήψη συμπληρωμάτων χωρίς ιατρική ένδειξη ή προηγούμενο έλεγχο. Πολλοί καταναλωτές επιλέγουν βιταμίνη D ή Β12 επειδή «την παίρνουν όλοι» ή επειδή τη βλέπουν να προτείνεται στο διαδίκτυο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ωστόσο, η αλόγιστη χρήση μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες, ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που προμηθεύονται σκευάσματα αμφιβόλου προέλευσης μέσω διαδικτύου, χωρίς καθοδήγηση επαγγελματία υγείας.
Τα παραπάνω επισημαίνει ο ενδοκρινολόγος, ακαδημαϊκός συνεργάτης του Εργαστηρίου Βιοχημείας της Ιατρικής Σχολής του ΑΠΘ, Σπύρος Καρράς, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ. Η τοποθέτησή του έγινε με αφορμή την ανακοίνωσή του με θέμα «Βιταμίνη D και Βιταμίνη Β12 – Σε ποιους, πότε και πώς;», την οποία θα παρουσιάσει στο 12ο Πανελλήνιο Συνέδριο Εφαρμοσμένης Φαρμακευτικής, που διοργανώνει ο Φαρμακευτικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης στις 28 και 29 Μαρτίου.
Συχνή η έλλειψη βιταμίνης D, αλλά τα συμπληρώματα δεν είναι για όλους
Η βιταμίνη D αποτελεί βασικό ρυθμιστή της οστικής και μυϊκής υγείας, με κύρια πηγή την έκθεση στον ήλιο (80–90%) και σε μικρότερο βαθμό τη διατροφή. «Υπάρχουν αρκετά δεδομένα που δείχνουν ότι η ανεπάρκεια βιταμίνης D είναι ιδιαίτερα συχνή, ακόμη και σε χώρες με έντονη ηλιοφάνεια, όπως η Ελλάδα», σημειώνει ο κ. Καρράς. Η περιορισμένη έκθεση στον ήλιο, η χρήση αντηλιακών και ο σύγχρονος τρόπος ζωής, που περιλαμβάνει πολλές ώρες σε εσωτερικούς χώρους, συμβάλλουν σημαντικά σε αυτό το φαινόμενο.
Η ανεπάρκεια βιταμίνης D συνδέεται με οστεομαλακία, ραχίτιδα και αυξημένο κίνδυνο πτώσεων στους ηλικιωμένους, ενώ υπάρχουν ενδείξεις για πιθανή συμβολή στη ρύθμιση του σακχάρου σε άτομα με προδιαβήτη. Ωστόσο, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να υποστηρίζουν τη μαζική χορήγησή της στον γενικό πληθυσμό χωρίς συγκεκριμένες ενδείξεις.
Η έλλειψη βιταμινών συχνά δεν προκαλεί εμφανή συμπτώματα και διαγιγνώσκεται μέσω εξετάσεων αίματος. Η ανεπάρκεια βιταμίνης D μπορεί να εκδηλωθεί με κόπωση, μυϊκή αδυναμία ή πόνους στα οστά, ενώ σε ηλικιωμένους αυξάνει τον κίνδυνο πτώσεων.
Έλεγχος και χορήγηση συμπληρωμάτων βιταμίνης D συνιστώνται κυρίως σε άτομα υψηλού κινδύνου, όπως ηλικιωμένοι, έγκυες γυναίκες, ασθενείς με οστεοπόρωση ή δυσαπορρόφηση, καθώς και σε όσους έχουν υποβληθεί σε βαριατρικές επεμβάσεις ή λαμβάνουν συγκεκριμένα φάρμακα. Η μέτρηση της 25(OH)D είναι ο κατάλληλος δείκτης για την αξιολόγηση της επάρκειας, ενώ ο συστηματικός έλεγχος υγιών ατόμων χωρίς παράγοντες κινδύνου δεν συνιστάται.
Η χορήγηση βιταμίνης D γίνεται κυρίως από του στόματος, με δοσολογία που προσαρμόζεται ανάλογα με τα επίπεδα ανεπάρκειας. Σε σοβαρές περιπτώσεις απαιτούνται υψηλότερες δόσεις για συγκεκριμένο διάστημα, με επαναξιολόγηση μετά από 3–4 μήνες. Αν και η υπερβιταμίνωση είναι σπάνια, η ανεξέλεγκτη χρήση συμπληρωμάτων αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισής της.
Η βιταμίνη D μπορεί να χορηγείται μόνη της, καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό είναι επαρκές. Αν και η βιταμίνη Κ2 έχει προταθεί ως υποστηρικτική του μεταβολισμού του ασβεστίου, δεν υπάρχουν ισχυρά επιστημονικά δεδομένα που να υποστηρίζουν τη συστηματική χορήγηση του συνδυασμού D και Κ2 σε όλους τους ασθενείς.
Βιταμίνη Β12: Σε ποιους εμφανίζεται η έλλειψη
Η βιταμίνη Β12 είναι υδατοδιαλυτή και απαραίτητη για τη σύνθεση DNA, τη λειτουργία του νευρικού συστήματος και την αιμοποίηση. «Η έλλειψή της εμφανίζεται λιγότερο συχνά στον γενικό πληθυσμό, αλλά είναι αρκετά συχνή σε συγκεκριμένες ομάδες, όπως στους ηλικιωμένους, όπου μπορεί να φτάσει περίπου στο 10–15%», εξηγεί ο κ. Καρράς. Εμφανίζεται επίσης σε άτομα με γαστρεντερικές παθήσεις ή σε όσους ακολουθούν αυστηρά φυτοφαγική διατροφή, καθώς και σε όσους λαμβάνουν φάρμακα όπως μετφορμίνη ή αναστολείς αντλίας πρωτονίων.
Η έλλειψη βιταμίνης Β12 εκδηλώνεται με κόπωση, αναιμία, μούδιασμα στα άκρα, αστάθεια στη βάδιση και διαταραχές μνήμης. Σε προχωρημένα στάδια μπορεί να προκαλέσει μη αναστρέψιμες νευρολογικές βλάβες.
Κίνδυνοι από υπερβολική χρήση και ο ρόλος του φαρμακοποιού
«Η ανεξέλεγκτη λήψη βιταμινών μπορεί να γίνει επικίνδυνη, ιδιαίτερα όταν λαμβάνονται σε υψηλές δόσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα», τονίζει ο κ. Καρράς. Η υπερδοσολογία βιταμίνης D μπορεί να προκαλέσει αύξηση του ασβεστίου στο αίμα, οδηγώντας σε πέτρες στα νεφρά, νεφρική βλάβη και άλλες σοβαρές επιπλοκές. Για τον λόγο αυτό, τα συμπληρώματα πρέπει να λαμβάνονται μόνο με ιατρική καθοδήγηση.
Επιπλέον, ο κ. Καρράς υπογραμμίζει τον κρίσιμο ρόλο του φαρμακοποιού στην αναγνώριση ομάδων κινδύνου, στη σωστή ενημέρωση των ασθενών και στον έλεγχο πιθανών αλληλεπιδράσεων, συμβάλλοντας στην αποφυγή αλόγιστης χρήσης συμπληρωμάτων και στην παραπομπή σε γιατρό όταν απαιτείται.
Η ορθολογική χρήση των βιταμινών D και Β12, καταλήγει ο κ. Καρράς, πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένες ενδείξεις και εξατομικευμένη προσέγγιση, με στόχο τη βελτίωση της υγείας και την αποφυγή περιττών παρεμβάσεων.