Η ανάγκη για τη δημιουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου ως εγγύηση της ορθής εφαρμογής των συνταγματικών αρχών υπογραμμίστηκε από τον ειδικό αγορητή της Ελληνικής Λύσης, Κωνσταντίνο Χήτα, με αφορμή τη συζήτηση για την αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος. Ο κ. Χήτας τόνισε ότι ένα τέτοιο θεσμικό όργανο θα μπορούσε να καταλογίζει συνέπειες σε όσους παραβιάζουν τον Καταστατικό Χάρτη.
Όπως επισήμανε, το σημερινό Σύνταγμα είναι στατικό και λόγω της δύσκαμπτης διαδικασίας αναθεώρησής του οδηγεί σε θεσμικά αδιέξοδα. Παράδειγμα, σύμφωνα με τον ίδιο, αποτελεί η αναθεώρηση του 2019 που αφορούσε την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Ο βουλευτής εξήγησε ότι το Σύνταγμα εξουσιοδοτεί περίπου σε 300 σημεία τον κοινό νομοθέτη να το εξειδικεύσει, αν και το ίδιο είναι ήδη λεπτομερειακό και φλύαρο. Ενδεικτικά ανέφερε τα άρθρα 56 και 57, τα οποία παραπέμπουν περίπου οκτώ φορές στον νόμο για διευκρινίσεις, παρότι είναι από μόνα τους αναλυτικά. «Και τώρα η κυβέρνηση θέλει να εξουσιοδοτήσει, για μια ακόμη φορά, τον κοινό νομοθέτη να επιλέγει κάθε φορά κωλύματα και ασυμβίβαστα, που η κυβέρνηση θα επιθυμεί», σχολίασε χαρακτηριστικά, θέτοντας το ερώτημα γιατί επιλέχθηκε να ξεκινήσει ο μινιμαλισμός από τα συγκεκριμένα άρθρα.
Παράλληλα, ο κ. Χήτας υποστήριξε ότι το Σύνταγμα πρέπει να είναι λιτό, να περιλαμβάνει μόνο τις θεμελιώδεις αρχές και να αφήνει στον κοινό νομοθέτη την προσαρμογή του στις κοινωνικές ανάγκες. Τόνισε επίσης τη σημασία ύπαρξης ισχυρών θεσμικών αντιβάρων, όπως ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου, μιας ανεξάρτητης δικαιοσύνης και ενός Προέδρου της Δημοκρατίας εκλεγμένου από τον λαό.
Αναφερόμενος ειδικότερα στην πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για τα άρθρα 56 και 57, ο βουλευτής σημείωσε ότι οι προθέσεις της δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη και, ως εκ τούτου, η Ελληνική Λύση δεν πρόκειται να δώσει «λευκή επιταγή».