Το υπουργείο Εσωτερικών προωθεί την ολική επαναφορά της Δημοτικής Αστυνομίας, υλοποιώντας μια εκτεταμένη μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία που στοχεύει τόσο στην ενίσχυση της στελέχωσης όσο και στον εκσυγχρονισμό του ρόλου και της λειτουργίας του σώματος. Η πρωτοβουλία αυτή σηματοδοτεί μια νέα εποχή στη λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με έμφαση στη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών και στη διαμόρφωση ενός πιο αποτελεσματικού μηχανισμού δημόσιας τάξης.
Σε συνεργασία με το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (ΕΚΔΔΑ), διαμορφώνεται ένα πλήρες θεσμικό και εκπαιδευτικό πλαίσιο για τη Δημοτική Αστυνομία. Η νέα αυτή δομή ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες των πόλεων, όπου η αυξημένη κινητικότητα, η εντατικοποίηση της οικονομικής δραστηριότητας και η ανάγκη για καλύτερη διαχείριση του δημόσιου χώρου απαιτούν πιο συντονισμένες υπηρεσίες αστυνόμευσης.
Όπως δήλωσε στο Αθηναϊκό - Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων η υφυπουργός Εσωτερικών Βιβή Χαραλαμπογιάννη, «ζητούμενο υπήρξε η μετάβαση από την αποσπασματικότητα στη συστηματική αναβάθμιση του σώματος με την υιοθέτηση μιας νέας προσέγγισης». Η ίδια υπογράμμισε ότι το υπουργείο προχωρά σε ένα συνεκτικό πλαίσιο πολιτικής που περιλαμβάνει θεσμικό καθορισμό αρμοδιοτήτων, ενίσχυση της στελέχωσης μέσω διαγωνισμών, συστηματική εκπαίδευση και συνεργασία με άλλους φορείς επιβολής της τάξης.
Η μεταρρύθμιση εντάσσεται στη στρατηγική αναβάθμισης των δημόσιων υπηρεσιών και της ποιότητας ζωής των πολιτών. Η σύγχρονη Δημοτική Αστυνομία δεν περιορίζεται πλέον στην επιβολή προστίμων, αλλά αποκτά πολυδιάστατο ρόλο που περιλαμβάνει τη διαχείριση περιστατικών στον δημόσιο χώρο, την άμεση επικοινωνία με πολίτες και επαγγελματίες και τη συνεργασία με άλλες αρχές. Οι δημοτικοί αστυνομικοί αποτελούν υπηρεσία πρώτης γραμμής, με καθοριστική συμβολή στη διαμόρφωση της εικόνας της Δημόσιας Διοίκησης.
Εκπαίδευση: ο πυρήνας της μεταρρύθμισης
Κεντρικός άξονας της νέας πολιτικής είναι η εισαγωγική εκπαίδευση των δημοτικών αστυνομικών, η οποία αναβαθμίζεται ριζικά. Θεσπίζεται πρόγραμμα διάρκειας 720 ωρών, που εκτείνεται σε έξι μήνες και περιλαμβάνει θεωρητική και πρακτική κατάρτιση.
Η θεωρητική εκπαίδευση χωρίζεται σε δύο μέρη: το πρώτο, υπό το ΕΚΔΔΑ, βασίζεται σε μικτή μορφή μάθησης (blended learning) και περιλαμβάνει θεματικές όπως αρμοδιότητες, ψηφιακές δεξιότητες, πρώτες βοήθειες και εξυπηρέτηση πολιτών. Το δεύτερο μέρος, υπό την Ελληνική Αστυνομία, επικεντρώνεται σε θέματα δικαίου, τροχαίας, αυτοάμυνας και διαχείρισης κρίσεων.
Η πρακτική εκπαίδευση πραγματοποιείται σε πραγματικές συνθήκες, με συμμετοχή των εκπαιδευόμενων σε ελέγχους και διαχείριση περιστατικών υπό την επίβλεψη έμπειρων στελεχών. Η ολοκλήρωση του προγράμματος συνοδεύεται από διαδικασία αξιολόγησης και πιστοποίησης, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τον διορισμό των νέων δημοτικών αστυνομικών.
Το πρόγραμμα δίνει έμφαση στην ανάπτυξη δεξιοτήτων όπως επαγγελματισμός, διαχείριση συγκρούσεων, ομαδική εργασία και ακεραιότητα, ευθυγραμμισμένων με το Ενιαίο Πλαίσιο Δεξιοτήτων του Δημοσίου. Στόχος είναι η δημιουργία στελεχών που κατανοούν τη λειτουργία του κράτους και ενεργούν με διαφάνεια και λογοδοσία.
Υλοποίηση της εισαγωγικής εκπαίδευσης
Οι νέοι δημοτικοί αστυνομικοί προσελήφθησαν μέσω της προκήρυξης 1Κ/2024 του ΑΣΕΠ, για την πλήρωση 1.213 θέσεων μόνιμου προσωπικού ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ. Έχουν ήδη εκδοθεί τα οριστικά αποτελέσματα για 953 θέσεις, ενώ οι υπόλοιπες 260 αναμένεται να καλυφθούν εντός του 2026, μετά την ολοκλήρωση των προβλεπόμενων διαδικασιών.
Ήδη έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία διορισμού και ανάληψης καθηκόντων για 676 θέσεις σε 124 δήμους, ενώ σύντομα θα φθάσουν τις 766. Η εισαγωγική εκπαίδευση θα ξεκινήσει με δύο κύκλους: ο πρώτος από το ΕΚΔΔΑ θα πραγματοποιηθεί από τις 30 Μαρτίου έως τις 30 Απριλίου 2026, ενώ ο δεύτερος τον Οκτώβριο. Το δεύτερο μέρος της εκπαίδευσης, υπό την ΕΛΑΣ, θα διεξαχθεί από 4 έως 31 Μαΐου 2026, και η πρακτική άσκηση θα ξεκινήσει τον Ιούνιο.
Όπως τόνισε η κ. Χαραλαμπογιάννη, «η νέα Δημοτική Αστυνομία αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς ένα κράτος πιο αποτελεσματικό, πιο σύγχρονο και πιο κοντά στον πολίτη», επισημαίνοντας ότι δεν πρόκειται απλώς για έναν μηχανισμό ελέγχου, αλλά για θεσμό που συμβάλλει ουσιαστικά στη βελτίωση της ποιότητας ζωής και στην ανάπτυξη βιώσιμων πόλεων.