Το υπουργείο Πολιτισμού δρομολογεί την αποκατάσταση και ανάδειξη της ρωμαϊκής έπαυλης κοντά στο Αμύνταιο, στην περιοχή της αρχαίας Εορδαίας.
Το μνημείο εντοπίστηκε στη θέση «Λιβάδια», στον αρχαιολογικό χώρο της ελληνιστικής πόλης Πετρών, που εκτείνεται σε περίπου 8.000 τ.μ.
Το έργο περιλαμβάνει τη συντήρηση των κτηριακών καταλοίπων, την κατασκευή στεγάστρων προστασίας των ψηφιδωτών, τη διαμόρφωση διαδρομών περιήγησης και την κατασκευή υποδομών εξυπηρέτησης επισκεπτών. Προβλέπεται επίσης δίκτυο αποστράγγισης και φωτισμού.
Ο συνολικός προϋπολογισμός του έργου ανέρχεται σε 2,5 εκατ. ευρώ και έχει ενταχθεί στην Ολοκληρωμένη Χωρική Επένδυση Λιμνών - Ποταμών Δυτικής Μακεδονίας, με χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ 2021-2027, σύμφωνα με ανακοίνωση του ΥΠΠΟ.
Η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη δήλωσε: «Η ρωμαϊκή έπαυλη, μια ασυνήθιστα μεγάλη αστική έπαυλη, που αποκαλύφθηκε το 2017, εκτείνεται σε 5.100 περίπου τ.μ., και χρονολογείται στην υστερορωμαϊκή περίοδο (2ος-5ος αι. μ.Χ.).
Βρίσκεται λίγο έξω από την πόλη του Αμυνταίου, στην περιοχή της Αρχαίας Εορδαίας, η οποία, από τα χρόνια του Φιλίππου Β', ανήκε διοικητικά στο βασίλειο της Κάτω Μακεδονίας.
Πρόκειται για ένα κτηριακό συγκρότημα με εκτεταμένη και σύνθετη κάτοψη, οργανωμένο σε πέντε πτέρυγες, γύρω από αύλειους χώρους. Περιλαμβάνει μεγάλα και μικρά δωμάτια, στοές και διαδρόμους, λουτρά, οικιακό ιερό αφιερωμένο στον Δία, πολυτελείς χώρους κοσμημένους με τοιχογραφίες, γλυπτά και εξαιρετικής τέχνης ψηφιδωτά δάπεδα, ευρείας σύνθεσης και θεματολογίας.
Το Υπουργείο Πολιτισμού διέθεσε τα απαραίτητα κονδύλια, από το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης, ώστε η αρμόδια Εφορεία Αρχαιοτήτων Φλώρινας να ωριμάσει τις μελέτες προκειμένου το έργο να ενταχθεί σε χρηματοδοτικό πρόγραμμα.
Στόχος μας είναι να καταστεί το μνημείο αναγνώσιμο και ελκυστικό στους επισκέπτες, καθώς η ανάδειξη, κάθε μνημείου και κάθε αρχαιολογικού χώρου, λειτουργεί όχι μόνον ως εκπαιδευτικό εργαλείο και στοιχείο ενίσχυσης της ατομικής και της συλλογικής μας ταυτότητας, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί εργαλείο τοπικής ανάπτυξης.
Για το Υπουργείο Πολιτισμού η ανάδειξη και η αξιοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς είναι άμεσα συνυφασμένη με τη βιώσιμη ανάπτυξη και την ενίσχυση των τοπικών κοινωνιών».
Η ιστορική σημασία και η αρχιτεκτονική του μνημείου
Η Εορδαία κατοικούνταν ήδη από τα ύστερα ελληνιστικά χρόνια, όπως δείχνουν τα κατάλοιπα ενός αγροτοβιοτεχνικού κτηρίου. Κατά τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδο, η περιοχή γνώρισε σημαντική άνθηση, με ενίσχυση των μεγάλων γαιοκτησιών και αλλαγές στις κοινωνικές δομές.
Η ανάπτυξη της έπαυλης συνδέεται τόσο με αυτές τις εξελίξεις όσο και με τη στρατηγική της θέση κοντά στην Εγνατία Οδό και την αρχαία πόλη Κέλλη, που λειτουργούσε ως ρωμαϊκός σταθμός επικοινωνίας.
Η ρωμαϊκή έπαυλη εκτείνεται σε περίπου 5.100 τ.μ. και διαρθρώνεται σε πέντε πτέρυγες — βόρεια, ανατολική, κεντρική, νότια και δυτική — οι οποίες χωρίζονται από αυλές και διαδρόμους.
Η κεντρική πτέρυγα αποτελεί τον πολυτελέστερο πυρήνα, με πλούσιο διάκοσμο και αίθουσες υποδοχής, ενώ η δυτική περιλαμβάνει μεγάλο λουτρικό συγκρότημα.
Η βόρεια είχε ιδιωτικό χαρακτήρα, με μικρό λουτρό και αγάλματα θεοτήτων, ενώ οι ανατολική και νότια παρουσιάζουν μεταγενέστερες οικοδομικές προσθήκες.
Οι χώροι διακρίνονται σε δημόσιας και ιδιωτικής χρήσης, με τις αίθουσες της κεντρικής και τα λουτρά της δυτικής πτέρυγας να εξυπηρετούν δημόσιες λειτουργίες.
Συνολικά έχουν εντοπιστεί περίπου 175 διακριτοί χώροι, εκ των οποίων πολλοί κοσμούνται με ψηφιδωτά και τοιχογραφίες. Για την προστασία του μνημείου έχουν ήδη τοποθετηθεί προσωρινά στέγαστρα και συστήματα απορροής υδάτων.
Οι φθορές και οι παρεμβάσεις συντήρησης
Σύμφωνα με το ΥΠΠΟ, η ρωμαϊκή έπαυλη έχει υποστεί σοβαρές φθορές, κυρίως στις ανατολική και βόρεια πτέρυγα, όπου σώζονται μόνο τα θεμέλια. Οι ζημιές προκλήθηκαν από φυσικούς και ανθρωπογενείς παράγοντες, καθώς και από τη μακρά χρονική διάρκεια έκθεσης του μνημείου.
Έχουν καταστραφεί λιθοδομές, κονιάματα, κεραμικά, δάπεδα και ψηφιδωτά, με ορισμένα τμήματα να έχουν αποσπαστεί λόγω μεταγενέστερης ταφικής χρήσης.
Οι εργασίες αποκατάστασης αναμένεται να διασφαλίσουν τη διατήρηση και ανάδειξη ενός σημαντικού αρχαιολογικού χώρου με προοπτικές πολιτιστικής και τουριστικής ανάπτυξης για τη Δυτική Μακεδονία.