Η Ελλάδα αναδεικνύεται σε «έναν από τους πιο δυναμικούς και προορατικούς παράγοντες στην Ευρώπη» στον τομέα των δεξιοτήτων που συνδέονται με τις πολιτικές της αγοράς εργασίας, σύμφωνα με την εκτελεστική αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ροξάνα Μινζάτου (Roxana Minzatu). Η κα Μινζάτου μίλησε σε δημοσιογράφους στη Θεσσαλονίκη, με αφορμή την επίσκεψή της στο Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (Cedefop).
Η ίδια σημείωσε ότι, μετά τις επαφές της με εκπροσώπους της ελληνικής κυβέρνησης στην Αθήνα, διαπίστωσε πως η σύνδεση των δεξιοτήτων με την αγορά εργασίας αποτελεί «προτεραιότητα για την ελληνική κυβέρνηση» και ότι η δυναμική της χώρας σε αυτό το πεδίο είναι «πολύ καλή».
«Η Ελλάδα ξεκίνησε μια πορεία μετά τα χρόνια της κρίσης, γύρω στο 2008-2010, όταν η οικονομική κρίση επηρέασε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Ξεκίνησε από μια περίοδο με πολλές προκλήσεις. Κοιτάζοντας όμως την εξέλιξη, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, υπάρχει σαφώς θετική τάση, με τη χρήση ευρωπαϊκών πόρων και πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά και με πρωτοβουλίες που προωθούν οι τοπικές και εθνικές αρχές» υπογράμμισε η κα Μινζάτου.
Επενδύσεις στις δεξιότητες και την εκπαίδευση
Όπως ανέφερε η εκτελεστική αντιπρόεδρος της Κομισιόν, προκλήσεις υπάρχουν τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλα κράτη-μέλη. «Παρατηρούμε μια αναντιστοιχία ανάμεσα στις δεξιότητες που προκύπτουν από την εκπαίδευση και την κατάρτιση και τα skills που ζητά η αγορά εργασίας. Ωστόσο, αυτό αντιμετωπίζεται και με τη βοήθεια ευρωπαϊκών κονδυλίων», τόνισε, επισημαίνοντας τον ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου στις επενδύσεις για την ανάπτυξη δεξιοτήτων.
Η κα Μινζάτου υπενθύμισε δύο σημαντικές πρωτοβουλίες που επισκέφθηκε: μία για την επαγγελματική κατάρτιση στους κλάδους αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής και μία για την εκπαίδευση ατόμων με αναπηρία σε θέσεις σχετικές με τη μεταποίηση.
«Είδαμε ότι με τις σωστές ιδέες και με τη χρηματοδότηση που παρέχει η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορούν πραγματικά να αλλάξουν ζωές», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η ενίσχυση των δεξιοτήτων STEM είναι κρίσιμη. Παράλληλα, εξήρε τα προγράμματα στα ελληνικά σχολεία που φέρνουν τα παιδιά σε επαφή από μικρή ηλικία με τα επαγγέλματα των επιστημών STEM.
Η πρόκληση της Τεχνητής Νοημοσύνης
Η κα Μινζάτου σημείωσε ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) μετασχηματίζει την αγορά εργασίας και την εκπαίδευση. «Συζητήσαμε με τον Υπουργό Παιδείας μια ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα, σχετικά με το πώς μπορούν να ενσωματωθούν εργαλεία ΤΝ στην εκπαίδευση των εκπαιδευτικών και στη διδακτική διαδικασία», είπε, τονίζοντας τη σημασία της συνέργειας μεταξύ εκπαίδευσης, δεξιοτήτων και αναγκών της αγοράς.
Η Ευρώπη και οι δεξιότητες ΤΝ
Απαντώντας σε ερώτημα για το κατά πόσο η Ευρώπη παράγει δεξιότητες ΤΝ στον επιθυμητό βαθμό, η κα Μινζάτου παραδέχθηκε ότι οι εταιρείες αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην κάλυψη θέσεων Πληροφορικής και Επικοινωνιών. «Γι' αυτό η εκπαίδευση STEM αποτελεί πολιτική προτεραιότητα σε ευρωπαϊκό επίπεδο», ανέφερε, παρουσιάζοντας την πρωτοβουλία «Ένα εκατομμύριο νέες γυναίκες και κορίτσια στην εκπαίδευση STEM έως το 2028».
«Θέλουμε να δώσουμε στις γυναίκες την ευκαιρία να γίνουν ειδικοί στην πληροφορική, την κυβερνοασφάλεια και άλλους τεχνολογικούς τομείς», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι αυτό θα συμβάλει στη μείωση του μισθολογικού και συνταξιοδοτικού χάσματος μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Η Ευρώπη ως «μαγνήτης για ταλέντα»
Η πρωτοβουλία «Choose Europe» στοχεύει στην προσέλκυση ερευνητών από όλο τον κόσμο. «Η Ευρώπη διαθέτει σημαντικές πρωτοβουλίες που υποστηρίζονται από ευρωπαϊκά κονδύλια, υποτροφίες και προγράμματα που βοηθούν ταλαντούχους ανθρώπους να έρθουν στην Ευρώπη για να καινοτομήσουν, να κάνουν έρευνα, να δημιουργήσουν startups και να αναπτύξουν επιχειρήσεις», ανέφερε η κα Μινζάτου.
Τόνισε επίσης τη σημασία επένδυσης στο ευρωπαϊκό ταλέντο, αποκαλύπτοντας ότι για την περίοδο 2028-2034 προτείνεται αύξηση του προϋπολογισμού του Erasmus+ κατά 50%, με στόχο τη δημιουργία υποτροφιών STEM. «Θέλουμε η Ευρώπη να είναι μαγνήτης για ταλέντα, αλλά ταυτόχρονα να διατηρεί το δικό της», υπογράμμισε.
Η πρωτοβουλία βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο, χωρίς μετρήσιμα αποτελέσματα, ωστόσο η εκτελεστική αντιπρόεδρος δήλωσε αποφασισμένη να την υλοποιήσει: «Ίσως σε μερικά χρόνια, όταν επιστρέψω στο Cedefop, να μπορώ να σας πω τι πετύχαμε με αυτή την πρωτοβουλία».
Ο ρόλος του Cedefop
Ο διευθυντής του Cedefop, Γιούργκεν Σίμπελ (Jürgen Siebel), υπενθύμισε ότι το έργο του Κέντρου αφορά τη δημιουργία «ευφυΐας δεξιοτήτων» (skills intelligence), δηλαδή τη συγκέντρωση και τεκμηρίωση πληροφορίας για τα συστήματα επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης.
«Αυτό είναι το έργο που κάνουμε. Και αυτή η δουλειά τροφοδοτεί άμεσα τις πρωτοβουλίες της ΕΕ, παρέχοντας την απαραίτητη τεκμηριωμένη βάση για τη δημιουργία ουσιαστικών πολιτικών. Συλλέγουμε δεδομένα, τα αναλύουμε και αυτά στη συνέχεια ενημερώνουν τη διαδικασία λήψης πολιτικών αποφάσεων. Δεν χαράζουμε πολιτική οι ίδιοι, αλλά παρέχουμε την επιστημονική βάση για αυτήν» τόνισε.