Σχέδιο οικονομικής στήριξης για τους ορυζοκαλλιεργητές της Κεντρικής Μακεδονίας, οι οποίοι καταγράφουν απώλειες παραγωγής άνω του 40% εξαιτίας της κλιματικής κρίσης, παρουσίασαν οι αντιπεριφερειάρχες Μητροπολιτικής Ενότητας Θεσσαλονίκης, Κωνσταντίνος Γιουτίκας, και Αγροτικής Οικονομίας, Γιώργος Κεφαλάς. Στόχος του σχεδίου είναι η μείωση του κόστους παραγωγής και η διασφάλιση της βιωσιμότητας της καλλιέργειας.
Ο κ. Γιουτίκας υπογράμμισε ότι η διατήρηση της ορυζοκαλλιέργειας δεν αποτελεί μόνο οικονομικό ζήτημα για τον πρωτογενή τομέα, αλλά και περιβαλλοντική προτεραιότητα, καθώς ενδεχόμενη συρρίκνωσή της θα επιφέρει σοβαρό πλήγμα στο οικοσύστημα της περιοχής.
Παρεμβάσεις για μείωση του κόστους παραγωγής
Παρουσιάζοντας τη δέσμη μέτρων που «αγγίζουν» τον πυρήνα του κόστους παραγωγής, ο κ. Γιουτίκας ανέφερε ότι η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας διεκδικεί άμεσες αλλαγές σε ρεύμα, καύσιμα και αγροτικά εφόδια. «Θέτουμε επί τάπητος συγκεκριμένες και εφαρμόσιμες προτάσεις, ώστε να μειωθεί ουσιαστικά το κόστος παραγωγής», σημείωσε.
Κεντρική παρέμβαση αποτελεί η ένταξη οργανωμένων ομάδων παραγωγών, συνεταιρισμών, ΤΟΕΒ και ΓΟΕΒ στο πρόγραμμα «ΓΑΙΑ», για πρόσβαση σε φθηνό αγροτικό ρεύμα. «Σήμερα, οι Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων προμηθεύονται ακριβό ρεύμα και το κόστος μετακυλίεται στους αγρότες μέσω της άρδευσης. Αυτό πρέπει να αλλάξει», τόνισε.
Παράλληλα, ζήτησε η αλλαγή που εξετάζει η κυβέρνηση στο σύστημα επιστροφής του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στο αγροτικό πετρέλαιο, ώστε η μείωση να αποτυπώνεται απευθείας στην αντλία, να ισχύσει και για τους οργανωμένους παραγωγούς.
Δεύτερη πρόταση είναι η παράλληλη εισαγωγή αγροτικών εφοδίων εντός Ε.Ε. από οργανωμένες ομάδες παραγωγών, με πλήρη τήρηση των ευρωπαϊκών προδιαγραφών, για καλύτερες τιμές προμήθειας. «Ο στόχος μας είναι διπλός: να διατηρήσουμε την υψηλή ποιότητα και τη διατροφική αξία του ελληνικού ρυζιού και ταυτόχρονα να δώσουμε στον κλάδο την ευελιξία να σταθεί ανταγωνιστικά στην αγορά», υπογράμμισε.
Η σημασία της ορυζοκαλλιέργειας για την Κεντρική Μακεδονία
Ο κ. Γιουτίκας σημείωσε ότι η ορυζοκαλλιέργεια αποτελεί κομβική δραστηριότητα για την περιοχή. Σε εθνικό επίπεδο καλλιεργούνται περίπου 308.000 στρέμματα, εκ των οποίων τα 240.000 βρίσκονται στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως στο Δέλτα Αξιού–Λουδία–Αλιάκμονα και στον κάμπο των Σερρών.
Η ετήσια παραγωγή φθάνει τους 240.000 τόνους, κατατάσσοντας την Ελλάδα τρίτη στην Ε.Ε., μετά την Ιταλία και την Ισπανία. Το ελληνικό ρύζι κάλυπτε τις εγχώριες ανάγκες και ενίσχυε τις εξαγωγές προς χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και της Μεσογείου, στηρίζοντας έναν ολόκληρο κλάδο μεταποίησης και εμπορίας.
Πίεση από κλιματική κρίση και εισαγωγές
«Τα τελευταία χρόνια, ο κλάδος βρίσκεται σε οριακό σημείο. Οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης, σε συνδυασμό με τις εμπορικές συμφωνίες της Ε.Ε. με τρίτες χώρες, έχουν δημιουργήσει συνθήκες ασφυξίας», δήλωσε ο κ. Γιουτίκας. «Η ευρωπαϊκή αγορά έχει κατακλυστεί από ρύζι χωρών της Άπω Ανατολής, όπως το Βιετνάμ, η Καμπότζη και η Μιανμάρ. Ο σχεδόν διπλασιασμός της ποσότητας αδασμολόγητου προϊόντος που εισάγεται στη Γηραιά Ήπειρο —στους 560.000 τόνους το 2026 από 360.000 τόνους— δυσχεραίνει σημαντικά τη διάθεση του ελληνικού ρυζιού και δημιουργεί συνθήκες οικονομικής ασφυξίας για τους παραγωγούς».
Η πίεση αυτή έχει οδηγήσει σε απώλειες έως και 30% στην τιμή παραγωγού, με άμεσο αντίκτυπο τόσο στους καλλιεργητές όσο και στη μεταποίηση. Ήδη παρατηρείται μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων, ενώ σημαντικές ποσότητες ελληνικού ρυζιού παραμένουν αδιάθετες στις αποθήκες.
Περιβαλλοντικές διαστάσεις
Ο κ. Γιουτίκας επισήμανε ότι η εγκατάλειψη της ορυζοκαλλιέργειας θα είχε σοβαρές περιβαλλοντικές συνέπειες. Το ρύζι αξιοποιεί περίπου 200.000 στρέμματα αλατούχων και χαμηλής παραγωγικότητας εδαφών στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης, όπου άλλες καλλιέργειες δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν.
Περίπου το 50% των ορυζώνων βρίσκεται εντός προστατευόμενων περιοχών της Συνθήκης Ραμσάρ, λειτουργώντας ως τεχνητοί υγρότοποι που στηρίζουν τη βιοποικιλότητα και προστατεύουν το έδαφος από ερημοποίηση.
Τα κρίσιμα μέτρα στήριξης
Ο κ. Κεφαλάς παρουσίασε τα βασικά αιτήματα προς το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που αφορούν την αποζημίωση των πληγέντων παραγωγών για το 2025, μέσω κάθε διαθέσιμου μηχανισμού στήριξης. Ζητείται επίσης η μείωση της ελάχιστης παραγωγής ανά εκτάριο από τέσσερις σε δύο τόνους, ώστε να διασφαλιστεί η συνδεδεμένη ενίσχυση.
Επιπλέον, προτείνεται η τροποποίηση του Κανονισμού Ασφάλισης Φυτικής Παραγωγής του ΕΛΓΑ, ώστε η κάλυψη να εκτείνεται πέραν της 31ης Οκτωβρίου και να περιλαμβάνει ζημιές από καθυστερημένη ωρίμανση και πλάγιασμα φυτών. «Με αυτά τα μέτρα οι παραγωγοί θα μπορέσουν να ανασάνουν οικονομικά και να προετοιμαστούν για τη νέα καλλιεργητική περίοδο», ανέφερε ο κ. Κεφαλάς.
Οι προκλήσεις της χρονιάς
Ο ίδιος εξήγησε ότι οι έντονες βροχοπτώσεις στη σπορά καθυστέρησαν την προετοιμασία των χωραφιών, ενώ οι συνθήκες συγκομιδής προκάλεσαν πλάγιασμα φυτών, προβλήματα ξήρανσης και υποβάθμιση ποιότητας. Το αποτέλεσμα ήταν σημαντική μείωση αποδόσεων και πτώση της εμπορικής αξίας του ρυζιού άνω του 40%, με σοβαρό πλήγμα στο εισόδημα των παραγωγών.
Σύμφωνα με τον κ. Γιουτίκα, η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας έχει ήδη ενημερώσει Έλληνες ευρωβουλευτές και προτίθεται να καταθέσει τις προτάσεις της στην Επιτροπή Πρωτογενούς Τομέα της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδας (ΕΝΠΕ), επιδιώκοντας συντονισμένη εθνική παρέμβαση. «Δεν μιλάμε απλώς για μια καλλιέργεια, αλλά για έναν ολόκληρο παραγωγικό και περιβαλλοντικό κύκλο που κινδυνεύει», κατέληξε.