Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, με επιστολή του προς την Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας σχετικά με τη συνταγματική αναθεώρηση, έθεσε θέμα συνταγματικής κατοχύρωσης της δημοσιονομικής σταθερότητας. Όπως ανέφερε, η ολοκληρωμένη πρόταση της Ν.Δ. θα παρουσιαστεί τον Μάρτιο, μετά την υποβολή παρατηρήσεων από τους βουλευτές, ώστε η διαδικασία να ξεκινήσει τον Απρίλιο.
Την επόμενη ημέρα, σε εκδήλωση του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, τόνισε ότι «η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για ρήτρα δημοσιονομικής σταθερότητας στο Σύνταγμα είναι μια εγγύηση για τις επόμενες γενιές». Αναφέρθηκε στη σχετική διάταξη του γερμανικού Συντάγματος, υπογραμμίζοντας πως η δημοσιονομική σταθερότητα αποτελεί θεμέλιο για επενδύσεις, ανάπτυξη και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
Το γερμανικό πρότυπο και το «φρένο χρέους»
Η Γερμανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα συνταγματικής κατοχύρωσης της δημοσιονομικής ισορροπίας. Το 2009 εισήγαγε τη ρήτρα των διαρθρωτικά ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, γνωστή ως Schuldenbremse ή «φρένο χρέους», αντικαθιστώντας παλαιότερη διάταξη του 1969 που επέτρεπε καθαρό δανεισμό για δημόσιες επενδύσεις.
Η ρήτρα θεσπίστηκε με στόχο τη μείωση του δημόσιου χρέους, το οποίο είχε φτάσει στο 80% του ΑΕΠ μετά την κρίση του 2008/2009, υπερβαίνοντας το όριο του 60% της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Σύμφωνα με το άρθρο 115 του γερμανικού Συντάγματος, ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός δεν μπορεί να έχει διαρθρωτικό έλλειμμα μεγαλύτερο από 0,35% του ΑΕΠ, με πρόβλεψη ευελιξίας σε περιόδους ύφεσης ή κρίσεων.
Η εφαρμογή της ρήτρας μπορεί να ανασταλεί σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών ή έκτακτων αναγκών, όπως συνέβη κατά την πανδημία του κορονοϊού το 2020. Η κανονική εφαρμογή της επανήλθε το 2023, μετά τη σταθεροποίηση της οικονομίας.
Εξαιρέσεις και ειδικές τροποποιήσεις
Τα τελευταία χρόνια, η διάταξη τροποποιήθηκε δύο φορές, επιτρέποντας ελλείμματα για ειδικούς σκοπούς, όπως εξοπλιστικά προγράμματα και επενδύσεις σε υποδομές. Το 2022, η κυβέρνηση του Όλαφ Σολτς εξασφάλισε πλειοψηφία δύο τρίτων για τη δημιουργία ταμείου αμυντικών δαπανών ύψους 100 δισ. ευρώ.
Μετά τις εκλογές του 2025, εγκρίθηκε επίσης εξαίρεση για δαπάνες άνω του 1% του ΑΕΠ και νέο ταμείο 500 δισ. ευρώ για υποδομές, με τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς να επικαλείται τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη μειωμένη αμερικανική στήριξη στην ευρωπαϊκή άμυνα.
Διεθνείς πρακτικές και οικονομικές επιπτώσεις
Το γερμανικό μοντέλο βασίστηκε στη ρήτρα που εισήγαγε η Ελβετία το 2003, καθώς και στους δημοσιονομικούς κανόνες της Ευρωζώνης, όπως το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης και το Fiscal Compact. Οι κανόνες αυτοί προβλέπουν διαρθρωτικό έλλειμμα έως 0,5% του ΑΕΠ για χώρες με λόγο χρέους άνω του 60%.
Η συνταγματική κατοχύρωση της δημοσιονομικής σταθερότητας ενισχύει την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και περιορίζει τις επεκτατικές πρακτικές που οδηγούν σε μη βιώσιμο χρέος, όπως συνέβη στην Ελλάδα πριν από την κρίση των μνημονίων.
Στη Γερμανία, το χρέος μειώθηκε σταθερά από το 2011, φτάνοντας το 60% του ΑΕΠ το 2019, ενώ στην Ελβετία υποχώρησε στο 37% το 2025 από 58% το 2003. Η Γερμανία διατηρεί σήμερα το χαμηλότερο χρέος μεταξύ των μεγάλων οικονομιών, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και τη Γαλλία, όπου τα ποσοστά υπερβαίνουν κατά πολύ το 100% του ΑΕΠ.