Σε φάση σταδιακής ενίσχυσης των παραγωγικών της δυνατοτήτων βρίσκεται η ελληνική οικονομία, καθώς το 2025 συνεχίστηκε για τέταρτη διαδοχική χρονιά η αύξηση του κεφαλαιουχικού αποθέματος, σύμφωνα με την έκθεση της Eurobank «7 Ημέρες Οικονομία».
Όπως επισημαίνεται στην ανάλυση, μετά τη βαθιά κρίση χρέους, η Ελλάδα δεν έχασε μόνο μεγάλο μέρος του ΑΕΠ της, αλλά και σημαντικό μέρος της παραγωγικής της βάσης.
Η πτώση των επενδύσεων, η μείωση του εργατικού δυναμικού και η υποχώρηση της παραγωγικότητας περιόρισαν τις δυνατότητες της οικονομίας να παράγει αγαθά και υπηρεσίες.
«Η κρίση χρέους κληροδότησε στην ελληνική οικονομία μειωμένες δυνατότητες παραγωγής, αλλά και πολύτιμη εμπειρία για τις προϋποθέσεις μιας πιο ανθεκτικής αναπτυξιακής πορείας», σημειώνεται στην έκθεση.
Το 2025, ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου ανήλθε στο 16,9% του ονομαστικού ΑΕΠ, ενώ οι αποσβέσεις διαμορφώθηκαν στο 12,9%. Έτσι, οι καθαρές επενδύσεις παγίων έφτασαν στο 3,9% του ΑΕΠ, από 2,9% το 2024, 2,5% το 2023 και 2,0% το 2022.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι οι επενδύσεις πλέον δεν καλύπτουν απλώς τη φθορά του υπάρχοντος εξοπλισμού, αλλά προσθέτουν νέο παραγωγικό κεφάλαιο στην οικονομία.
Ανάκαμψη επενδύσεων με οδηγό επιχειρήσεις και Ταμείο Ανάκαμψης
Σύμφωνα με τη Eurobank, την τετραετία 2022-2025 ο κεφαλαιουχικός εξοπλισμός της ελληνικής οικονομίας αυξήθηκε συνολικά κατά 26,4 δισ. ευρώ. Με τον τρόπο αυτό ανακτήθηκε σχεδόν το 30% των απωλειών που είχαν καταγραφεί την περίοδο 2010-2021, όταν το πάγιο κεφάλαιο είχε μειωθεί κατά 88,7 δισ. ευρώ.
«Η επιστροφή των καθαρών επενδύσεων σε θετικό έδαφος αποτελεί βασική ένδειξη ότι η ελληνική οικονομία αρχίζει να αναπληρώνει μέρος των απωλειών της προηγούμενης δεκαετίας», αναφέρουν οικονομικοί αναλυτές.
Στην ανάκαμψη αυτή συνέβαλαν κυρίως οι μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις, ενώ σημαντική ήταν και η συμβολή της γενικής κυβέρνησης. Ρόλο έπαιξαν επίσης οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, η βελτίωση των δημόσιων οικονομικών και η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας.
Παρά τη θετική εικόνα, η έκθεση τονίζει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να χρειάζεται περισσότερες και ποιοτικότερες επενδύσεις, καθώς το επενδυτικό επίπεδο της χώρας παραμένει χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Κρίσιμη η ενίσχυση αποταμίευσης και εργατικού δυναμικού
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται και στην ανάγκη αύξησης της εθνικής αποταμίευσης, ώστε οι επενδύσεις να χρηματοδοτούνται περισσότερο από εγχώριους πόρους και λιγότερο από εξωτερικό δανεισμό.
Το 2025, η συνολική αποταμίευση ανήλθε στο 11,7% του ΑΕΠ, από 10,9% το 2024. Ωστόσο, η αποταμίευση των νοικοκυριών παρέμεινε αρνητική, στο -1,8% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου -4,4 δισ. ευρώ.
«Η αύξηση των επενδύσεων είναι αναγκαία, αλλά πρέπει να συνοδεύεται από ενίσχυση της εγχώριας αποταμίευσης, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος διεύρυνσης του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών», υπογραμμίζεται στην ανάλυση.
Πέρα από τις επενδύσεις, κρίσιμος παράγοντας είναι και το εργατικό δυναμικό. Από το 2010 έως το 2019 μειώθηκε κατά 299,2 χιλιάδες άτομα, κυρίως λόγω μετανάστευσης και δημογραφικών πιέσεων. Το 2025 ανήλθε στα 4,76 εκατομμύρια άτομα, αυξημένο κατά 31,8 χιλιάδες σε σχέση με το 2019.
Το ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας αυξήθηκε στο 52,9% το 2025, από 52,0% το 2019, παρά τη μείωση του συνολικού πληθυσμού.