Σε μια συγκυρία όπου η Ευρώπη αυξάνει θεαματικά τις αμυντικές της δαπάνες και επιταχύνει την ενίσχυση της βιομηχανικής της βάσης, η Ελλάδα επιχειρεί να τοποθετηθεί πιο δυναμικά στον χάρτη των αμυντικών επενδύσεων, ενεργοποιώντας πακέτο κινήτρων 150 εκατ. ευρώ για την στήριξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.
Μέσω του νομοσχεδίου που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση έως τις 13 Μαρτίου 2026, το υπουργείο Ανάπτυξης προχωρά σε αναμόρφωση του Αναπτυξιακού Νόμου 4887/2022, εισάγοντας ειδικό καθεστώς ενίσχυσης για την αμυντική βιομηχανία, με επιδότηση που μπορεί να φθάσει έως και το 75% των επιλέξιμων δαπανών και σημαντικά φορολογικά οφέλη για τις επιχειρήσεις που θα επενδύσουν σε στρατηγικούς τομείς.
Η πρωτοβουλία στοχεύει στη δημιουργία ενός πιο ελκυστικού και λειτουργικού περιβάλλοντος για επενδύσεις σε στρατηγικούς τομείς, ενισχύοντας την εγχώρια παραγωγή και τη συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων στις ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας της άμυνας.
Το νέο καθεστώς ενίσχυσης εστιάζει σε επενδυτικά σχέδια διπλής χρήσης, τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν τόσο σε στρατιωτικές όσο και σε πολιτικές εφαρμογές, δίνοντας έμφαση σε στρατηγικούς τομείς της μεταποίησης, όπως η κατασκευή οχημάτων και αεροσκαφών.
Στο πλαίσιο αυτό υπάγονται επενδυτικά σχέδια που αφορούν την κατασκευή όπλων και πυρομαχικών, μηχανοκίνητων οχημάτων, ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού για οχήματα, εξαρτημάτων και μερών αυτών, αεροσκαφών και συναφών μηχανημάτων, καθώς και στρατιωτικών οχημάτων μάχης.
Μέσω του αναπτυξιακού νόμου προβλέπεται ενίσχυση που μπορεί να φτάσει έως και το 75% των επιλέξιμων δαπανών κάθε επενδυτικού σχεδίου. Όπως επισημαίνεται στο νομοσχέδιο, τα σχέδια που θα υποβάλλονται θα πρέπει να έχουν ολοκληρωμένο χαρακτήρα αρχικής επένδυσης, σύμφωνα με τον ορισμό που περιλαμβάνεται στο άρθρο 16 του νόμου 4887/2022, και να πληρούν τις προϋποθέσεις βιωσιμότητας και χρηματοδοτικής επάρκειας.
Ισχυρά φορολογικά κίνητρα και ανώτατα όρια ενίσχυσης
Κεντρικό εργαλείο του καθεστώτος αποτελεί η φορολογική υπερέκπτωση δαπανών προσαυξημένη κατά 100%. Συγκεκριμένα, προβλέπεται η έκπτωση των επιλέξιμων δαπανών από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων κατά τον χρόνο πραγματοποίησής τους, με προσαύξηση κατά 100%, γεγονός που αυξάνει σημαντικά το φορολογικό όφελος για τις επενδύσεις που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα.
Το δικαίωμα χρήσης του κινήτρου θεμελιώνεται μετά την πιστοποίηση της υλοποίησης του 50% ή του 65% του συνολικού κόστους του επενδυτικού σχεδίου από το αρμόδιο όργανο ελέγχου, ενώ η σχετική απόφαση προβλέπεται να εκδίδεται εντός τεσσάρων μηνών από τη βεβαίωση πληρότητας της έκθεσης ελέγχου ή από την υποβολή τυχόν συμπληρωματικών στοιχείων.
Παράλληλα, τα επενδυτικά σχέδια που θα ενταχθούν στο καθεστώς θα μπορούν να υπαχθούν και στη διαδικασία ταχείας αδειοδότησης που προβλέπεται από το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, επιταχύνοντας τον χρόνο υλοποίησης και περιορίζοντας τη διοικητική επιβάρυνση.
Ως προς τα ανώτατα όρια, η ενίσχυση μπορεί να ανέλθει έως τα 20 εκατ. ευρώ ανά επιχείρηση και ανά επενδυτικό έργο, ενώ για συνδεδεμένες ή συνεργαζόμενες επιχειρήσεις το συνολικό ανώτατο ποσό διαμορφώνεται έως τα 50 εκατ. ευρώ, με την επιφύλαξη των ορίων κοινοποίησης που προβλέπονται από τον Γενικό Απαλλακτικό Κανονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ενίσχυση θα παρέχεται κατόπιν αίτησης των δικαιούχων επιχειρήσεων και σε κάθε περίπτωση η έναρξη των εργασιών των επενδυτικών σχεδίων θα πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός των ετών 2026, 2027 ή 2028.
Αυστηρότερα φίλτρα επιλεξιμότητας
Η προωθούμενη μεταρρύθμιση εντάσσεται στη συνολική στρατηγική ενίσχυσης της παραγωγικής βάσης και της στρατηγικής αυτονομίας της χώρας στον τομέα της άμυνας, σε ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών προκλήσεων και ενίσχυσης των αμυντικών δαπανών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Παράλληλα, το νέο πλαίσιο αυστηροποιεί τα κριτήρια επιλεξιμότητας, επεκτείνοντας τις περιπτώσεις αποκλεισμού από το καθεστώς ενίσχυσης. Εκτός ρυθμίσεων τίθενται πλέον και επιχειρήσεις για τις οποίες, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, εκκρεμεί διαδικασία ανάκτησης κρατικών ενισχύσεων λόγω επιβολής κυρώσεων ή ανάκλησης προηγούμενης υπαγωγής σε αναπτυξιακό νόμο, είτε πρόκειται για τον ισχύοντα νόμο είτε για προγενέστερα καθεστώτα, όπως οι νόμοι 4399/2016 και 3908/2011.
Τέλος, με τις νέες ρυθμίσεις παρατείνεται σημαντικά ο χρόνος ολοκλήρωσης των επενδυτικών σχεδίων που υπάγονται στον αναπτυξιακό νόμο. Η προθεσμία υλοποίησης επεκτείνεται από τους 36 μήνες στους 66 μήνες, δηλαδή σε πέντε έτη και έξι μήνες, προσφέροντας μεγαλύτερη ευελιξία στους επενδυτές για την ωρίμανση και την ολοκλήρωση των έργων τους.