Η αντίστροφη μέτρηση για την αύξηση του κατώτατου μισθού έχει ξεκινήσει, καθώς από την 1η Απριλίου 2026 θα τεθεί σε ισχύ η νέα αναπροσαρμογή που σηματοδοτεί τον κύκλο θετικών παρεμβάσεων της κυβέρνησης για την ενίσχυση των εισοδημάτων των νοικοκυριών το 2026 και το 2027.
Μέσα στον Μάρτιο, η υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Νίκη Κεραμέως θα παρουσιάσει στο υπουργικό συμβούλιο την πρότασή της για τη νέα αύξηση, μετά την ολοκλήρωση του διαλόγου με τους κοινωνικούς εταίρους. Η αύξηση αυτή θα συμπαρασύρει προς τα πάνω μια σειρά από επιδόματα που συνδέονται με τον κατώτατο μισθό, όπως το επίδομα ανεργίας, τα επιδόματα μητρότητας και γονικών αδειών, καθώς και εποχιακά βοηθήματα για συγκεκριμένες επαγγελματικές κατηγορίες.
Η κυβερνητική δέσμευση παραμένει ο κατώτατος μισθός να φτάσει στα 950 ευρώ έως το τέλος της τετραετίας, το 2027.
Οι προτάσεις των κοινωνικών φορέων
Οι κοινωνικοί φορείς έχουν ήδη καταθέσει τις εισηγήσεις τους για το ύψος της αύξησης:
- Η Τράπεζα της Ελλάδος προτείνει αύξηση έως 4%, λαμβάνοντας υπόψη πληθωρισμό και παραγωγικότητα, θεωρώντας ότι διασφαλίζει την αγοραστική δύναμη χωρίς απώλεια ανταγωνιστικότητας.
- Το ΙΟΒΕ εισηγείται αύξηση από 2,5% έως 3,5%.
- Το ΚΕΠΕ προτείνει αύξηση από 3,5% έως 5%.
- Το ΙΝΣΕΤΕ προτείνει αύξηση 4%.
- Ο ΣΕΒ εισηγείται αύξηση 3% έως 3,5%, σε συνδυασμό με μείωση εισφορών και επιδότηση ενέργειας.
- Η ΕΒΕΕ προτείνει αυξήσεις 3,5% έως 4%.
- Η ΕΣΕΕ εισηγείται αύξηση 3,6%.
- Η ΕΕ ζητά η κατώτατη αμοιβή να ανέλθει στα 1.052 ευρώ.
Επιπτώσεις και νέες ρυθμίσεις
Η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού αναμένεται να επηρεάσει θετικά τον μέσο μισθό, ο οποίος, σύμφωνα με τη Ν. Κεραμέως, έχει ήδη φτάσει τον κυβερνητικό στόχο των 1.500 ευρώ από εφέτος.
Παράλληλα, ο νέος νόμος για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, που ψηφίστηκε πρόσφατα στη Βουλή, ενισχύει τις προσδοκίες για περαιτέρω αυξήσεις μισθών σε όλο το φάσμα της οικονομίας.
Ο νόμος προβλέπει την επαναφορά της μετενέργειας των συμβάσεων έως την υπογραφή νέας, τη δυνατότητα μονομερούς προσφυγής των εργαζομένων στη διαιτησία, καθώς και τη μείωση στο 40% (από 50%) του ποσοστού συμμετοχής των εργοδοτών για την επέκταση των συμβάσεων σε ολόκληρο τον κλάδο.
Επιπλέον, καθιερώνεται η υποχρεωτική εφαρμογή της συλλογικής σύμβασης σε όλο τον κλάδο όταν αυτή συνυπογράφεται από τους εθνικούς κοινωνικούς εταίρους.