Σημαντική αύξηση των Χρεώσεων Χρήσης Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΧΧΣ) για την περίοδο 2026-2029 προκύπτει από τις εκτιμήσεις του ΑΔΜΗΕ, σύμφωνα με το επικαιροποιημένο Δεκαετές Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2025-2034, το οποίο ύστερα από εισήγησή του τέθηκε σε διαβούλευση από την ΡΑΑΕΥ.
Αιτία για τις αυξημένες χρεώσεις αποτελεί η μετάθεση της ολοκλήρωσης των νησιωτικών διασυνδέσεων για τα Δωδεκάνησα και το Βορειοανατολικό Αιγαίο κατά ένα έτος, αλλά και της δεύτερης γραμμής διασύνδεσης με την Ιταλία κατά δύο χρόνια αργότερα από τον αρχικό προγραμματισμό.
Έτσι, το συνολικό μπάτζετ και των τριών εμβληματικών έργων αυξάνεται αθροιστικά κατά περίπου 1,5 δισ. ευρώ, γεγονός που αποτυπώνει τις αυξημένες πιέσεις στο κόστος υλοποίησης.
Ωστόσο, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, παρά τις αυξήσεις στις χρεώσεις μεταφοράς την επόμενη τετραετία, το συνολικό ισοζύγιο για τους καταναλωτές παραμένει θετικό.
Οι επενδύσεις στις διασυνδέσεις, αν και επιβαρύνουν βραχυπρόθεσμα τις ΧΧΣ, οδηγούν σε πολλαπλάσιο όφελος μέσω της μείωσης των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ) χάρη στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών.
Ραγδαία αύξηση του απαιτούμενου εσόδου
Το απαιτούμενο έσοδο του Διαχειριστή του Συστήματος Μεταφοράς εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από 411 εκατ. ευρώ το 2025 σε πάνω από 915 εκατ. ευρώ το 2029.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με το εκτεταμένο επενδυτικό πρόγραμμα διασυνδέσεων, δηλαδή, Κυκλάδες, Κρήτη, Δωδεκάνησα και Βορειοανατολικό Αιγαίο, το οποίο αυξάνει σημαντικά τη Ρυθμιζόμενη Περιουσιακή Βάση του ΑΔΜΗΕ.
Ως αποτέλεσμα, οι μοναδιαίες χρεώσεις μεταφοράς εμφανίζουν σταθερά ανοδική πορεία σε όλες τις κατηγορίες καταναλωτών.
Ενδεικτικά, για τους καταναλωτές Χαμηλής Τάσης με τηλεμέτρηση, η χρέωση από 5,482 ευρώ/MWh το 2025 αυξάνεται στα 6,59 ευρώ/MWh το 2026 και ακολουθεί έντονη ανοδική πορεία, φτάνοντας τα 12,2 ευρώ/MWh το 2029.
Ακόμη μεγαλύτερη επιβάρυνση καταγράφεται στους μη τηλεμετρούμενους καταναλωτές Χαμηλής Τάσης, όπου η μεσοσταθμική χρέωση από 10,74 ευρώ/MWh το 2025 εκτινάσσεται στα 22,66 ευρώ/MWh έως το 2029.
Ανοδικές τάσεις παρατηρούνται και στη Μέση Τάση, με τις χρεώσεις να αυξάνονται από 4,592 ευρώ/MWh το 2025 σε 9,50 ευρώ/MWh το 2029, ενώ στην Υψηλή Τάση η αντίστοιχη χρέωση από 4,391 ευρώ/MWh αναμένεται να φτάσει τα 8,628 ευρώ/MWh στο τέλος της εξεταζόμενης περιόδου.
Η «αντιστάθμιση» μέσω ΥΚΩ και όφελος 3,7 δισ.
Η εικόνα αυτή, ωστόσο, δεν αποτυπώνει το συνολικό οικονομικό αποτέλεσμα για τους καταναλωτές. Όπως επισημαίνεται στην εισήγηση του ΑΔΜΗΕ, οι διασυνδέσεις των νησιών οδηγούν σε σημαντική εξοικονόμηση ΥΚΩ, καθώς περιορίζεται το υψηλό κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από πετρελαϊκές μονάδες στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά.
Για την περίοδο 2026-2029, η εκτιμώμενη ετήσια εξοικονόμηση ΥΚΩ από τις διασυνδέσεις Κυκλάδων και Κρήτης ανέρχεται από 509 έως 547 εκατ. ευρώ ετησίως. Το ποσό αυτό υπερβαίνει το αντίστοιχο έσοδο του Συστήματος Μεταφοράς από τις ίδιες διασυνδέσεις, οδηγώντας σε καθαρή ελάφρυνση των καταναλωτών.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την ανάλυση του Διαχειριστή, η εκτιμώμενη εξοικονόμηση των ΥΚΩ από τις διασυνδέσεις αναμένεται να φτάσει τα 523 εκατ. ευρώ το 2027, 536 εκατ. ευρώ το 2028, 547 εκατ. ευρώ το 2029 και 630 εκατ. ευρώ το 2030.
Μόλις ολοκληρωθεί η ηλεκτρική διασύνδεση όλων των περιοχών, συμπεριλαμβανομένων των Δωδεκανήσων και του ΒΑ Αιγαίου, εκτιμάται ότι τα ποσά αυτά θα αυξηθούν σημαντικά, φτάνοντας τα 1,05 δισ. ευρώ το 2031, 1,07 δισ. το 2032, 1,08 δισ. το 2033 και 1,1 δισ. το 2034.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, η καθαρή ετήσια ελάφρυνση των καταναλωτών υπολογίζεται σε 296 εκατ. ευρώ το 2026 και, παρότι μειώνεται προσωρινά έως το 2029, εκτιμάται ότι εκτοξεύεται μετά το 2031, όταν θα έχει ολοκληρωθεί το σύνολο των διασυνδέσεων και θα έχει αντικατασταθεί πλήρως το μαζούτ με ντίζελ στις αυτόνομες νησιωτικές μονάδες.
Σε σωρευτική βάση, το όφελος από την εξοικονόμηση των ΥΚΩ θα ξεπεράσει τα 3,7 δισ. ευρώ έως το 2034.
Για τη φετινή χρονιά, η εξοικονόμηση που εκτιμάται περίπου στα 509 εκατ. ευρώ θα χρησιμοποιηθεί για να καλύψει το έλλειμμα του Ειδικού Λογαριασμού Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΕΛΥΚΩ), το οποίο έχει σκαρφαλώσει στα 550 εκατ. ευρώ και λογικά από φέτος ο ΕΛΥΚΩ θα πάψει να είναι ελλειμματικός.
Ως εκ τούτου, τα οφέλη από τις διασυνδέσεις θα αρχίσουν να αποτυπώνονται στους λογαριασμούς των καταναλωτών, πιθανότατα από το φθινόπωρο του 2026 και σίγουρα από το 2027.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η διασύνδεση της Κρήτης, η οποία απορροφά το μεγαλύτερο μέρος της εξοικονόμησης ΥΚΩ.
Σύμφωνα με πρόσφατη ανακοίνωση του ΑΔΜΗΕ, η διασύνδεση Κρήτης–Αττικής τροφοδοτεί σταθερά το νησί με ισχύ έως 500 MW, καλύπτοντας σχεδόν όλη τη χειμερινή ζήτηση.
Μέχρι το 2035, η παύση λειτουργίας των ρυπογόνων και κοστοβόρων τοπικών μονάδων που χρησιμοποιούσαν πετρέλαιο, θα εξασφαλίσει συνολική εξοικονόμηση της τάξης των 5 δισ. ευρώ στους καταναλωτές όλης της χώρας, λόγω της μείωσης των χρεώσεων ΥΚΩ στους λογαριασμούς ρεύματος, παρά το κόστος διατήρησης μονάδων σε καθεστώς «ψυχρής εφεδρείας».
Η «τρύπα» 550 εκατ. στον ΥΚΩ
Θυμίζουμε πως περί τα τέλη Ιανουαρίου ο Ελληνικός Σύνδεσμος Προμηθευτών Ενέργειας (ΕΣΠΕΝ) με έβδομη κατά σειρά επιστολή του στο ΥΠΕΝ και κοινοποίηση στο υπουργείο Οικονομικών και τη ΡΑΑΕΥ, ζητούσε σαφή, επίσημη και πλήρη ενημέρωση για τις αποφάσεις και τον σχεδιασμό αντιμετώπισής του ελλείμματος στον ΕΛΥΚΩ.
Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο, η «τρύπα» του ΥΚΩ είχε σκαρφαλώσει στα 550 εκατ. ευρώ έως την εκπνοή του 2025, ενώ, σύμφωνα με τον ίδιο, τα τελευταία τρία χρόνια οι προμηθευτές καλύπτουν με ίδια κεφάλαια το έλλειμμά του.
Ο ΕΣΠΕΝ επανειλημμένα έχει ζητήσει την χρηματοδότηση του ΕΛΥΚΩ από τον κρατικό προϋπολογισμό, καθώς και την αποζημίωση των προμηθευτών για το χρηματοοικονομικό κόστος που επωμίζονται.
Μάλιστα, στην τελευταία του επιστολή καλούσε για ακόμη μία φορά την Πολιτεία να αποσαφηνίσει άμεσα τόσο τις αποφάσεις για την κάλυψη του ελλείμματος όσο και τις εκτιμήσεις για την εξέλιξη του ΕΛΥΚΩ στο πλαίσιο της διασύνδεσης της Κρήτης, πράγμα που τελικά έγινε.