Στο επίκεντρο της κατανυκτικής ατμόσφαιρας της Μεγάλης Πέμπτης στην παλιά πόλη της Ξάνθης δεσπόζει ένας ξεχωριστός Εσταυρωμένος, έργο του σπουδαίου αγιογράφου και λογοτέχνη Φώτη Κόντογλου. Η μορφή του Χριστού, όπως την απέδωσε ο κορυφαίος εκφραστής της ελληνικής καλλιτεχνικής παράδοσης του 20ού αιώνα, δεν αποτελεί απλώς λατρευτικό σύμβολο, αλλά και προσωπικό δημιούργημα που αποτυπώνει την πίστη και την έμπνευσή του.
Σε μία από τις πιο γραφικές γειτονιές της παλιάς πόλης, πάνω από την πλατεία Αντίκα, βρίσκεται η πετρόχτιστη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Απόψε, δεκάδες πιστοί θα περάσουν κάτω από το επιβλητικό καμπαναριό για να συμμετάσχουν στην ακολουθία των Αγίων Παθών. Με ευλάβεια θα σταθούν μπροστά στον Εσταυρωμένο Χριστό, έργο του μεγάλου Έλληνα αγιογράφου και λογοτέχνη, Φώτη Κόντογλου.
Η ιστορία της εικόνας του Εσταυρωμένου αποτελεί πολύτιμη προφορική μαρτυρία της βαθιάς πίστης και της αφοσίωσης του Κόντογλου, ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της γενιάς του ’30. Τη δεκαετία του 1950, η φήμη του ήταν ήδη ευρέως διαδεδομένη και το έργο του αναγνωρισμένο, γεγονός που οδήγησε στην ανάθεση της αγιογράφησης του Εσταυρωμένου.
Η παραγγελία έγινε το 1959 από τον τότε εφημέριο του ναού, πατέρα Μελέτιο. Ωστόσο, ο καλλιτέχνης καθυστερούσε να ολοκληρώσει και να αποστείλει το έργο στην Ξάνθη, επικαλούμενος διάφορες δικαιολογίες, παρά τις πιέσεις που δεχόταν μέσω τηλεγραφημάτων.
Η πίστη πίσω από το έργο
Σύμφωνα με προφορική παράδοση, ένα όνειρο στάθηκε καθοριστικό για τη μεταφορά της εικόνας. Ο ίδιος ο Κόντογλου φέρεται να κατέγραψε ότι αγαπούσε τόσο πολύ το έργο, ώστε ήθελε να το κρατήσει. Ωστόσο, είδε στον ύπνο του τον Χριστό, ο οποίος του υπέδειξε να στείλει τον Εσταυρωμένο στην Ξάνθη, όπως είχε υποσχεθεί. Εκλαμβάνοντας το όραμα ως θεία παρέμβαση, αποφάσισε τελικά να αποστείλει το έργο.
Η απόφαση αυτή αποτυπώνεται στην αφιερωματική επιγραφή στο πίσω μέρος της εικόνας: «Δια χειρός του αμαρτωλού Φωτίου Νικ. Κόντογλου εκ Κυδωνιών Μ. Ασίας αϡΝθ+(1959) μηνός Μαρτίου».
Η ιστορία του ναού
Ο ναός του Αγίου Γεωργίου χτίστηκε το 1835, επί μητροπολίτου Ευγενίου, κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας. Όπως και οι περισσότεροι ναοί της παλιάς Ξάνθης, είναι τρίκλιτη βασιλική χωρίς τρούλο, με σημαντική συνεισφορά από τους καπνέμπορους της πόλης στην ανέγερσή του.
Το εσωτερικό του ναού εντυπωσιάζει με τον ξύλινο δεσποτικό θρόνο, τον ξυλόγλυπτο άμβωνα με παραστάσεις των Ευαγγελιστών και τους κρυστάλλινους πολυελαίους που προέρχονται από τη Ρωσία. Το πυργοειδές κωδωνοστάσιο, που λειτουργεί και ως είσοδος στον προαύλιο χώρο, κατασκευάστηκε το 1927, καθώς κατά την οθωμανική περίοδο δεν επιτρεπόταν η ανέγερση καμπαναριών.
Στον προαύλιο χώρο ξεχωρίζει ένα μαρμάρινο νεκρικό μνημείο, αφιερωμένο από τον Σταύρο Δαβίδοβιτς στη μνήμη της συζύγου του Ευθαλίας, καταγόμενης από την Ξάνθη, που πέθανε από χολέρα στο Κίεβο το 1866. Λίγα μέτρα μακριά βρίσκεται και ο ναός του Αγίου Βλασίου, απέναντι από το αρχοντικό όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια ο Μάνος Χατζηδάκης.
Ο δημιουργός
Ο Φώτης Κόντογλου γεννήθηκε στις 8 Νοεμβρίου 1895 στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας (Κυδωνίες), με το επώνυμο Αποστολέλης. Μέσα από το λογοτεχνικό και ζωγραφικό του έργο αναζήτησε την αυθεντική έκφραση της ελληνικότητας, επιστρέφοντας στις ρίζες της παράδοσης. Υπήρξε κορυφαία μορφή της βυζαντινής εικονογραφίας και συνέβαλε στην αποκατάσταση των τοιχογραφιών του Μυστρά. Μαθητές του υπήρξαν ο Γιάννης Τσαρούχης και ο Νίκος Εγγονόπουλος.
Πέθανε στις 13 Ιουλίου 1965, στον Ευαγγελισμό, από μετεγχειρητική μόλυνση μετά από επέμβαση. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του υπήρξαν δύσκολα, καθώς είχε επιβαρυνθεί σωματικά και ψυχικά ύστερα από σοβαρό αυτοκινητιστικό ατύχημα το 1963.