Η νέα έρευνα «Αναζητώντας την αλήθεια: Τι πιστεύουν οι Έλληνες για τα fake news», που παρουσιάστηκε στο Athens Alitheia Forum της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες ενημερώνονται και πώς αντιλαμβάνονται το φαινόμενο της παραπληροφόρησης. Το συνέδριο είχε ως κεντρικό θέμα «Αντιμετωπίζοντας τις ψευδείς ειδήσεις και τον τοξικό λόγο». Τη συζήτηση συντόνισε ο δημοσιογράφος Γιώργος Πιέρρος, ενώ τα αποτελέσματα παρουσίασε ο ιδρυτής της εταιρείας δημοσκοπήσεων MARC SA, Θωμάς Γεράκης.
Στην εισαγωγική του τοποθέτηση, ο Γιώργος Πιέρρος υπογράμμισε ότι η ενημέρωση βρίσκεται σε φάση έντονων αλλαγών. Όπως ανέφερε, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ανταγωνίζονται πλέον την τηλεόραση ως προς την επιρροή στο κοινό, καθώς για πολλούς πολίτες αποτελούν την κύρια πηγή ενημέρωσης. Ωστόσο, τόνισε ότι η πληροφόρηση μέσω social media προέρχεται συχνά από άτομα που δεν λογοδοτούν θεσμικά και δεν τηρούν δημοσιογραφικούς κανόνες.
Παρά τις προκλήσεις, ο δημοσιογράφος σημείωσε δύο αισιόδοξα στοιχεία. Η τηλεόραση εξακολουθεί να διατηρεί υψηλά επίπεδα αξιοπιστίας, γεγονός που δείχνει ότι η παραδοσιακή δημοσιογραφία μπορεί να ανακτήσει την εμπιστοσύνη του κοινού. Επίσης, οι πολίτες εξακολουθούν να θεωρούν την πολιτεία βασικό φορέα για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης, στοιχείο που αποτυπώνει εμπιστοσύνη στον ρόλο του κράτους.
Τα αποτελέσματα της έρευνας
Ο Θωμάς Γεράκης παρουσίασε τα ευρήματα της πανελλαδικής έρευνας που πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 1.200 ατόμων ηλικίας 17 ετών και άνω, με τηλεφωνικές και διαδικτυακές συνεντεύξεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία, κύρια πηγή ενημέρωσης για τους Έλληνες είναι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (37%), ενώ ακολουθεί η τηλεόραση. Τα ειδησεογραφικά sites, οι εφημερίδες και το ραδιόφωνο συγκεντρώνουν χαμηλότερα ποσοστά. Οι νεότερες ηλικίες στρέφονται κυρίως στα social media, ενώ οι μεγαλύτερες προτιμούν την τηλεόραση.
Η χρήση των κοινωνικών δικτύων είναι εκτεταμένη: τρεις στους τέσσερις πολίτες τα χρησιμοποιούν καθημερινά, ποσοστό που φτάνει το 90% στις νεότερες ηλικίες. Δημοφιλέστερες πλατφόρμες είναι το Facebook, το YouTube και το Instagram, ενώ το TikTok κυριαρχεί στους νεότερους χρήστες.
Ένα σημαντικό εύρημα αφορά την άτυπη ενημέρωση. Σχεδόν ένας στους δύο πολίτες δηλώνει ότι λαμβάνει πληροφορίες από φίλους ή σχολιαστές στα social media, γεγονός που αποτυπώνει την αυξανόμενη επιρροή της ανεπίσημης πληροφόρησης.
Εμπιστοσύνη και παραπληροφόρηση
Όσον αφορά την εμπιστοσύνη στα μέσα ενημέρωσης, οι εφημερίδες και τα ειδησεογραφικά sites συγκεντρώνουν τα υψηλότερα ποσοστά, λόγω της παρουσίας υπογραφών δημοσιογράφων. Ακολουθεί η τηλεόραση, ενώ τα social media βρίσκονται χαμηλότερα.
Οι τρεις στους τέσσερις πολίτες θεωρούν ότι στα social media επικρατεί τοξικός και εχθρικός λόγος, αντί για τεκμηριωμένο διάλογο. Η άποψη αυτή είναι κοινή σε όλες τις ηλικιακές και ιδεολογικές ομάδες.
Η πλειονότητα των πολιτών δηλώνει έντονη ανησυχία για τη διάδοση ψευδών ειδήσεων. Περίπου το 80% αναφέρει ότι η παραπληροφόρηση τούς προβληματίζει, ενώ πάνω από το 70% θεωρεί δύσκολο να διακρίνει μια ψευδή από μια αληθινή είδηση. Παρ’ όλα αυτά, αρκετοί πιστεύουν ότι προσωπικά μπορούν να εντοπίσουν πιο εύκολα τις ψευδείς πληροφορίες.
Οι ψευδείς ειδήσεις αποτελούν πλέον καθημερινό φαινόμενο, κυρίως σε θέματα πολιτικής, ενώ εντοπίζονται επίσης σε διεθνή, οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα, καθώς και στην υγεία. Όταν οι πολίτες υποπτεύονται μια είδηση ως ψευδή, οι μισοί την αγνοούν και οι υπόλοιποι επιχειρούν να τη διασταυρώσουν μέσω άλλων πηγών.
Η πρόκληση της τεχνητής νοημοσύνης
Ένας στους δύο πολίτες παραδέχεται ότι έχει πιστέψει στο παρελθόν ψευδή είδηση, ενώ τέσσερις στους δέκα έχουν κοινοποιήσει άθελά τους παραπλανητικό περιεχόμενο. Παράλληλα, η μεγάλη πλειονότητα θεωρεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο τον εντοπισμό της αλήθειας.
Η παραπληροφόρηση ως απειλή για τη δημοκρατία
Περισσότεροι από εννέα στους δέκα πολίτες εκτιμούν ότι η παραπληροφόρηση αποτελεί σοβαρή απειλή για τη δημοκρατία, ικανή να επηρεάσει εκλογικά αποτελέσματα, την οικονομία και την εθνική ασφάλεια. Οι περισσότεροι θεωρούν ότι η κύρια ευθύνη αντιμετώπισης των fake news ανήκει στην πολιτεία, ενώ ακολουθούν οι ψηφιακές πλατφόρμες και οι ίδιοι οι πολίτες.
Η έρευνα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ψευδείς ειδήσεις αποτελούν ένα ευρέως αναγνωρισμένο και σοβαρό πρόβλημα, το οποίο απαιτεί συντονισμένες δράσεις από το κράτος, τα μέσα ενημέρωσης, τις πλατφόρμες και την κοινωνία συνολικά.