Λίγο πριν από την αποχώρησή του από την Ντάουνιγκ Στριτ, ο Κιρ Στάρμερ αφήνει πίσω του ένα από τα μεγαλύτερα δημοσιονομικά διλήμματα των τελευταίων ετών: ένα χρηματοδοτικό κενό ύψους 4,7 δισ. λιρών στο αμυντικό πρόγραμμα της χώρας.
Το κενό αυτό θα πρέπει να καλυφθεί από τον πρώτο προϋπολογισμό της νέας κυβέρνησης που θα σχηματιστεί από τον διάδοχό του.
Το πολυαναμενόμενο Defence Investment Plan, συνολικού ύψους 298 δισ. λιρών, προβλέπει ενίσχυση των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων με επενδύσεις σε πυρηνικά υποβρύχια, μαχητικά αεροσκάφη νέας γενιάς, μη επανδρωμένα συστήματα και τεχνητή νοημοσύνη.
Ωστόσο, από τα επιπλέον 15 δισ. λίρες που απαιτούνται για την πλήρη υλοποίησή του, έχουν εξασφαλιστεί μόνο 10,3 δισ., με αποτέλεσμα τα υπόλοιπα 4,7 δισ. να μεταφέρονται στον επόμενο προϋπολογισμό.
Η εξέλιξη αυτή προκαλεί έντονο πολιτικό προβληματισμό, καθώς ο αναμενόμενος διάδοχος του Στάρμερ, 'Αντι Μπέρναμ, θα βρεθεί αντιμέτωπος με δύσκολες αποφάσεις. Σύμφωνα με αναλυτές, είτε θα χρειαστεί να προχωρήσει σε περικοπές δαπανών σε άλλους τομείς, είτε να αναζητήσει νέα φορολογικά έσοδα ή ακόμη και πρόσθετο δανεισμό.
Το δεκαετές σχέδιο αποκέντρωσης και ανάπτυξης του 'Αντι Μπέρναμ
Την ίδια στιγμή, αίσθηση έχει προκαλέσει η ομιλία του Μπέρναμ στο Μουσείο Λαϊκής Ιστορίας του Μάντσεστερ.
Ο πρώην δήμαρχος της πόλης, στην πρώτη του δημόσια τοποθέτηση μετά την επιστροφή του στο βρετανικό κοινοβούλιο, χαρακτήρισε προβληματικό το πολιτικό και οικονομικό σύστημα της χώρας και παρουσίασε ένα δεκαετές πρόγραμμα επανεκβιομηχάνισης, υποδομών, στέγασης και μεταφορών.
Το σχέδιο στοχεύει να μεταφέρει τη συγκέντρωση εξουσιών και επενδύσεων από το Λονδίνο και τη νοτιοανατολική Αγγλία «σε κάθε ταχυδρομικό κώδικα της χώρας», όπως τόνισε ο ίδιος.
Αναλυτές εκτιμούν ότι πρόκειται για τη μεγαλύτερη μεταφορά εξουσιών στη σύγχρονη ιστορία της Βρετανίας. Στο πλαίσιο αυτό, ο Μπέρναμ προτείνει τη δημιουργία του No10 του Βορρά στο Μάντσεστερ, ενός δεύτερου πρωθυπουργικού γραφείου που θα συντονίζει την αποκέντρωση αρμοδιοτήτων από το Λονδίνο.
Το δεκαετές σχέδιο περιλαμβάνει το μεγαλύτερο πρόγραμμα κατασκευής κοινωνικών κατοικιών από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, φορολογικές μεταρρυθμίσεις για ενίσχυση των εμπορικών κέντρων, επενδύσεις στην τεχνική εκπαίδευση και μεγαλύτερο δημόσιο έλεγχο σε υπηρεσίες όπως η ύδρευση, η ενέργεια και οι μεταφορές. Παράλληλα, προβλέπει περισσότερες αρμοδιότητες για τις περιφερειακές αρχές στους τομείς της εκπαίδευσης, της πρόνοιας και της κατοικίας.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο Μπέρναμ στην οικονομική αξιοπιστία της κυβέρνησης που φιλοδοξεί να συγκροτήσει, διαβεβαιώνοντας ότι θα τηρήσει τους δημοσιονομικούς κανόνες του προεκλογικού προγράμματος των Εργατικών του 2024.
Τόνισε ότι δεν προτίθεται να αυξήσει τον φόρο εισοδήματος, τον ΦΠΑ ή τις ασφαλιστικές εισφορές, υποστηρίζοντας πως οι μεταρρυθμίσεις του θα βασιστούν σε «υγιή δημόσια οικονομικά» και στη συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Ο Μπέρναμ υποστήριξε ότι το σχέδιό του θα επιφέρει ριζική αλλαγή στον τρόπο διακυβέρνησης της χώρας και θα αποτελέσει απάντηση στη στασιμότητα της βρετανικής οικονομίας και στην κρίση του κόστους ζωής.
Όπως τόνισε, «η ανάπτυξη δεν μπορεί να επιβάλλεται από την κορυφή προς τα κάτω, αλλά πρέπει να χτίζεται από τις ίδιες τις τοπικές κοινωνίες».