Σε μια κρίσιμη σύνοδο στις Βρυξέλλες, οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρέθηκαν αντιμέτωποι με τέσσερα μεγάλα μέτωπα: τον νέο επταετή προϋπολογισμό των 2 τρισ. ευρώ, την αυξανόμενη πίεση από την Κίνα, τη συνέχιση της στήριξης προς την Ουκρανία και το ενδεχόμενο μελλοντικής επικοινωνίας με τη Ρωσία.
Οι συζητήσεις ανέδειξαν βαθιές διαφωνίες, αλλά και την ανάγκη η ΕΕ να εμφανιστεί πιο ενωμένη σε ένα διεθνές περιβάλλον που αλλάζει γρήγορα.
Το βασικό πολιτικό βάρος έπεσε στον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της Ένωσης. Τα κράτη-μέλη διαφωνούν για το πού πρέπει να κατευθυνθούν τα χρήματα, καθώς οι παραδοσιακές προτεραιότητες, όπως η γεωργία και τα ταμεία συνοχής, ανταγωνίζονται πλέον νέες ανάγκες, όπως η άμυνα, η ανταγωνιστικότητα και η οικονομική ασφάλεια.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε ότι η Ελλάδα θα επιδιώξει να προστατευθούν οι πόροι της συνοχής και της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.
Όπως δήλωσε, το νέο Ταμείο Ανταγωνιστικότητας πρέπει να κατανέμεται δίκαια, ώστε να μη μεγαλώσουν οι ανισότητες ανάμεσα στις ισχυρότερες και τις πιο αδύναμες οικονομίες της ΕΕ.
Γερμανικές ενστάσεις και προβληματισμός για Κίνα
Την ίδια ώρα, η Γερμανία εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι σε νέες κοινές ευρωπαϊκές δανειακές κινήσεις. Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς προειδοποίησε ότι οι διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό θα είναι «πολύ δύσκολες» και ξεκαθάρισε ότι, κατά τη γερμανική θέση, δεν μπορεί να υπάρξει νέο κοινό ευρωπαϊκό χρέος.
Παράλληλα, η Κίνα βρέθηκε στο επίκεντρο των συζητήσεων, καθώς η Ευρώπη ανησυχεί όλο και περισσότερο για το εμπορικό έλλειμμα, τις κινεζικές επιδοτήσεις και την εξάρτηση ευρωπαϊκών βιομηχανιών από κρίσιμες κινεζικές πρώτες ύλες και τεχνολογίες. Οι ηγέτες συμφώνησαν ότι υπάρχει πρόβλημα, αλλά δεν κινήθηκαν όλοι με την ίδια ένταση προς μια πιο σκληρή γραμμή.
Ο πρωθυπουργός του Βελγίου Μπαρτ Ντε Βέβερ δήλωσε ότι όλοι αναγνωρίζουν την ανάγκη για μέτρα που θα μειώσουν την εξάρτηση της Ευρώπης και θα απαντήσουν στις κινεζικές επιδοτήσεις.
Αντίθετα, ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ ζήτησε πιο πραγματιστική προσέγγιση, λέγοντας ότι η Ευρώπη χρειάζεται φίλους σε μια περίοδο γεωπολιτικής αστάθειας.
Ουκρανία και Ρωσία στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής διπλωματίας
Στο ουκρανικό μέτωπο, οι Ευρωπαίοι ηγέτες επανέλαβαν τη στήριξή τους στην ανεξαρτησία, την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας.
Ωστόσο, απέφυγαν να βάλουν συγκεκριμένη προθεσμία για το άνοιγμα όλων των διαπραγματευτικών κεφαλαίων της ουκρανικής ένταξης στην ΕΕ, παρά την πίεση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι και αρκετών κρατών-μελών.
Σημαντική εξέλιξη αποτέλεσε το γεγονός ότι οι ηγέτες συμφώνησαν πολιτικά στην ανανέωση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας για 12 μήνες, αντί για τη συνήθη εξάμηνη παράταση.
Η επιλογή αυτή θεωρείται προσπάθεια να περιοριστεί η δυνατότητα χωρών να χρησιμοποιούν επαναλαμβανόμενα βέτο στις κυρώσεις.
Την ίδια στιγμή, στο παρασκήνιο συζητείται και το ερώτημα αν η ΕΕ πρέπει να ανοίξει δίαυλο επικοινωνίας με τη Μόσχα. Σύμφωνα με πληροφορίες, συνεργάτες του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα είχαν επαφές με Ρώσους αξιωματούχους, με στόχο την προετοιμασία πιθανών μελλοντικών συνομιλιών.
Το θέμα παραμένει ευαίσθητο, καθώς αρκετοί Ευρωπαίοι προειδοποιούν ότι δεν πρέπει να δοθεί στη Μόσχα επικοινωνιακό πλεονέκτημα.
Ο Ολλανδός πρωθυπουργός Ρομπ Γέτεν προειδοποίησε ότι η ΕΕ δεν πρέπει να είναι «αφελής», καθώς, όπως είπε, δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν είναι πραγματικά έτοιμος για σοβαρές διαπραγματεύσεις.
Αντίστοιχα, η Λιθουανία υπογράμμισε ότι η Ευρώπη πρέπει να μιλά με μία φωνή και ότι η Ουκρανία πρέπει να βρίσκεται σε κάθε τραπέζι διαπραγμάτευσης.
Το οικονομικό κόστος του πολέμου πιέζει τη Μόσχα
Την πίεση στη Ρωσία ενισχύει και η οικονομική διάσταση του πολέμου. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Bloomberg, το κόστος του πολέμου στην Ουκρανία αυξάνει το δημόσιο χρέος της Ρωσίας και αναγκάζει το Κρεμλίνο να στηρίζεται όλο και περισσότερο σε ακριβό εσωτερικό δανεισμό.
Οι δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους έχουν διπλασιαστεί από την έναρξη της πλήρους εισβολής, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα έχει ήδη ξεπεράσει τον στόχο για ολόκληρο το έτος.
Η σύνοδος έδειξε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθεί να προσαρμοστεί σε μια περίοδο μεγάλων πιέσεων. Από τη μία πλευρά θέλει να χρηματοδοτήσει νέες ανάγκες, να ενισχύσει την άμυνά της και να στηρίξει την Ουκρανία.
Από την άλλη, πρέπει να κρατήσει ενωμένα κράτη-μέλη με διαφορετικά οικονομικά συμφέροντα και διαφορετική στάση απέναντι στην Κίνα και τη Ρωσία.