Η αυξανόμενη εξάρτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την κινεζική τεχνολογία για την επίτευξη των στόχων καθαρής ενέργειας έως το 2030 αποτέλεσε κεντρικό θέμα στο πάνελ «Αντίπαλος ή συνεργάτης; Πλοήγηση στη δυναμική ΕΕ-Κίνας στον παγκόσμιο αγώνα δρόμου καθαρής τεχνολογίας», που διεξήχθη στο πλαίσιο του Energy Transition Summit: East Med & Southeast Europe των Financial Times, στις 13-14 Μαΐου στην Αθήνα.
Ο Αμίτ Μπάντο (Amit Bando), οικονομολόγος και ανώτερος σύμβουλος του υπουργείου Εμπορίου των ΗΠΑ, επισήμανε ότι τα τελευταία 20 χρόνια η Κίνα έχει αποκτήσει ηγετική θέση με 90% κυριαρχία στα ηλιακά πάνελ και τις μπαταρίες. Αντίθετα, η Ευρώπη, όπως ανέφερε, διακρίνεται στην εφαρμογή αυτής της τεχνολογίας. Ο κ. Μπάντο υπογράμμισε πως «η Ευρώπη έχει πολύ μεγάλες φιλοδοξίες που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή και με την κοινωνική και οικονομική ευημερία των πολιτών της».
Παράλληλα, σημείωσε ότι η Κίνα κινήθηκε «πολύ πιο αποφασιστικά και γρήγορα από την οικονομία της αγοράς στην παραγωγική ισχύ και στην επανεκπαίδευση του προσωπικού της, χρησιμοποιώντας την τεράστια εγχώρια ζήτηση και τη σύνδεση με τις παγκόσμιες αγορές». Ωστόσο, εξέφρασε αμφιβολίες για το αν η Ευρώπη μπορεί να επιτύχει τους στόχους της με οικονομικά βιώσιμο τρόπο.
Το πρόβλημα της εξάρτησης αποτελεί ουσιαστικά «πρόβλημα ανταγωνιστικότητας», σύμφωνα με τον Ρούβεν Στούμπε (Rouven Stubbe), σύμβουλο Ενεργειακής και Κλιματικής Πολιτικής στο Helmholtz-Zentrum Berlin. Όπως τόνισε, πολιτικές όπως εκείνες της Ισπανίας μπορούν να μειώσουν το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας – στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά 32% χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο – αυξάνοντας παράλληλα το ποσοστό των ΑΠΕ και μειώνοντας την έκθεση σε ένα ευάλωτο περιβάλλον. Κατά τον κ. Στούμπε, η Ευρώπη χρειάζεται πολιτικές που θα ενισχύουν τις νέες επενδύσεις.
Ο Καρίμ Νταχού (Karim Dahou), αναπληρωτής διευθυντής της Διεύθυνσης Παγκόσμιων Σχέσεων και Συνεργασίας του ΟΟΣΑ, τόνισε ότι η εξάρτηση της Ευρώπης από την Κίνα υπερβαίνει τους κλιματικούς στόχους, καθώς «έχει να κάνει με την ενεργειακή ασφάλεια και τη βιωσιμότητα της βιομηχανίας». Επισήμανε πως είναι λογικό για την Ευρώπη να αυξήσει το μερίδιο των ΑΠΕ στο ενεργειακό της μείγμα και υπογράμμισε ότι «η παγκόσμια ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια αυξάνεται περισσότερο από την παγκόσμια ζήτηση για ενέργεια εν γένει». Τέλος, αναφέρθηκε στη σημασία των κρατικών επιδοτήσεων στην ηλιακή ενέργεια και στο χαμηλό πληθωρισμό της Κίνας, κάτι που «είναι πολύ δύσκολο να το ανταγωνισθεί κανείς».
«Εκτός από οικονομικός είναι και γεωπολιτικός ανταγωνισμός», σημείωσε ο Πλάμεν Τόντσεφ (Plamen Tonchev), Υπότροφος Ευρωπαϊκής Πολιτικής για την Κίνα / Ειδικός Κίνας – Ευρώπης στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων. Υπογράμμισε ότι η Ευρώπη χρειάζεται να αυξήσει τη συμμετοχή των τοπικών παραγόντων σε κινεζικές επενδύσεις και να θεσπίσει νομικές δικλίδες ασφαλείας. Παράλληλα, οι κινεζικές εταιρείες θα πρέπει να μεταφέρουν τεχνογνωσία στους ευρωπαίους εταίρους τους, όπως συμβαίνει με τους ευρωπαίους επενδυτές στην κινεζική αγορά.
Αναφερόμενος στη ΝΑ Ευρώπη, ο κ. Τόντσεφ εκτίμησε ότι οι χώρες θα χωριστούν σε δύο ομάδες: τα πέντε κράτη μέλη της ΕΕ (Σλοβενία, Ελλάδα, Ρουμανία, Βουλγαρία, Ελλάδα) και οι προς ένταξη χώρες (Αλβανία, Μαυροβούνιο, Βόρεια Μακεδονία) θα κινηθούν με μεγαλύτερη προσοχή και σεβασμό προς τις ευρωπαϊκές αρχές, ενώ η Σερβία και η Βοσνία δεν θα απαιτήσουν από την Κίνα να συμμορφωθεί, κατέληξε.