Οι εταιρείες Google και Meta κρίθηκαν υπεύθυνες για τον σχεδιασμό πλατφορμών που θεωρήθηκαν επικίνδυνες για παιδιά και εφήβους, σε μια ετυμηγορία-ορόσημο που ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο οι τεχνολογικοί κολοσσοί αντιμετωπίζουν ζητήματα ασφάλειας χρηστών.
Η απόφαση αυτή μπορεί να αποτελέσει σημείο καμπής στο παγκόσμιο κύμα αντιδράσεων απέναντι στα κοινωνικά δίκτυα και τον τρόπο που αυτά επηρεάζουν την ψυχική υγεία των ανηλίκων, πάνω από δύο δεκαετίες μετά την εμφάνισή τους.
Συγκεκριμένα, η Meta καλείται να καταβάλει αποζημίωση ύψους 4,2 εκατ. δολαρίων, ενώ η Google 1,8 εκατ. δολάρια. Η υπόθεση αφορά μια 20χρονη γυναίκα, η οποία ήταν ανήλικη όταν κατέθεσε αγωγή και κατονομάστηκε στο δικαστήριο μόνο με το μικρό της όνομα, Κέιλι.
Η ενάγουσα υποστήριξε ότι εθίστηκε στο YouTube της Google και στο Instagram της Meta λόγω του τρόπου σχεδιασμού των πλατφορμών, που στοχεύουν στη διατήρηση της προσοχής των χρηστών.
Οι ένορκοι έκριναν ότι οι δύο εταιρείες υπήρξαν αμελείς ως προς τον σχεδιασμό και δεν προειδοποίησαν επαρκώς για τους κινδύνους.
«Η σημερινή ετυμηγορία είναι ένα δημοψήφισμα —από ένα σώμα ενόρκων σε μια ολόκληρη βιομηχανία— ότι έφθασε η ώρα της λογοδοσίας», ανέφερε ο επικεφαλής της νομικής ομάδας της ενάγουσας.
Παρά την ετυμηγορία, οι μετοχές της Meta έκλεισαν με άνοδο 0,3%, ενώ της Alphabet, μητρικής της Google, ενισχύθηκαν κατά 0,2%.
Εκπρόσωπος της Meta δήλωσε ότι η εταιρεία διαφωνεί με την απόφαση και «εξετάζει τις νομικές επιλογές μας». Αντίστοιχα, εκπρόσωπος της Google, ο Χοσέ Καστανιέδα, ανακοίνωσε πως η εταιρεία θα ασκήσει έφεση.
Στη δίκη του Λος Άντζελες, οι δικηγόροι της ενάγουσας επικεντρώθηκαν στον σχεδιασμό των πλατφορμών και όχι στο περιεχόμενο, καθιστώντας πιο δύσκολη την άρση της ευθύνης για τις εταιρείες. Ο αναλυτής Τζιλ Λούρια της D.A. Davidson χαρακτήρισε την ετυμηγορία «αποτυχία» για τη Meta και τη Google.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η υπόθεση μπορεί να επεκταθεί σε μελλοντικές δίκες και εφέσεις, όμως είναι πιθανό να οδηγήσει τις εταιρείες στην εφαρμογή μέτρων προστασίας καταναλωτών που θα μπορούσαν να περιορίσουν την ανάπτυξή τους.
Οι Snap και TikTok, επίσης εναγόμενες στην ίδια υπόθεση, κατέληξαν σε εξωδικαστικό συμβιβασμό με την ενάγουσα, χωρίς να γίνουν γνωστοί οι όροι.
Αυξανόμενη πίεση στις τεχνολογικές εταιρείες
Τα τελευταία χρόνια, οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες των ΗΠΑ δέχονται αυξανόμενη κριτική για ζητήματα που αφορούν την ασφάλεια των παιδιών και των εφήβων. Η συζήτηση έχει πλέον μεταφερθεί στις αίθουσες των δικαστηρίων και στις πολιτειακές κυβερνήσεις, καθώς το Κογκρέσο δεν έχει προχωρήσει σε σχετική νομοθεσία.
Τουλάχιστον 20 πολιτείες έχουν θεσπίσει νόμους για τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από ανηλίκους, σύμφωνα με την Εθνική Διάσκεψη Πολιτειακών Νομοθετικών Σωμάτων. Οι ρυθμίσεις αυτές περιλαμβάνουν περιορισμούς στη χρήση κινητών στα σχολεία και υποχρέωση επαλήθευσης ηλικίας για τη δημιουργία λογαριασμών.
Η NetChoice, εμπορική ένωση που υποστηρίζεται από τη Meta και τη Google, επιδιώκει να ακυρώσει τις απαιτήσεις επαλήθευσης ηλικίας.
Παράλληλα, μια άλλη ομοσπονδιακή υπόθεση για εθισμό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αναμένεται να εκδικαστεί αυτό το καλοκαίρι στο Όκλαντ της Καλιφόρνια.
Επιπλέον, νέα δίκη έχει προγραμματιστεί για τον Ιούλιο στο Λος Άντζελες, με αντικείμενο τις πλατφόρμες Instagram, YouTube, TikTok και Snapchat.
Ξεχωριστά, δικαστήριο του Νέου Μεξικού έκρινε πρόσφατα ότι η Meta παραβίασε την πολιτειακή νομοθεσία, κατόπιν αγωγής του γενικού εισαγγελέα, ο οποίος κατηγόρησε την εταιρεία ότι παραπλάνησε τους χρήστες για την ασφάλεια των Facebook, Instagram και WhatsApp.
Κατά τη διάρκεια της δίκης, οι δικηγόροι της ενάγουσας προσπάθησαν να αποδείξουν ότι οι Meta και Google στοχοθέτησαν σκόπιμα παιδιά, θέτοντας το κέρδος πάνω από την ασφάλεια. Οι συνήγοροι της Meta επικαλέστηκαν τη δύσκολη παιδική ηλικία της ενάγουσας, ενώ η Google υποστήριξε ότι η χρήση του YouTube ήταν περιορισμένη.
Οι ένορκοι εξέτασαν εσωτερικά έγγραφα που αποκάλυψαν τις στρατηγικές των εταιρειών για προσέλκυση νεαρών χρηστών και άκουσαν καταθέσεις στελεχών, μεταξύ των οποίων και του διευθύνοντος συμβούλου της Meta, Μαρκ Ζάκερμπεργκ, ο οποίος υπερασπίστηκε τις επιλογές της εταιρείας.