Μια νέα οδηγία του ρωσικού Υπουργείου Υγείας προτείνει την παραπομπή σε ψυχολόγο των γυναικών που δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά, με στόχο να αλλάξουν γνώμη και να συμβάλουν στην αντιμετώπιση της δημογραφικής κρίσης που πλήττει τη χώρα.
Η μείωση του ποσοστού γεννήσεων αποτελεί πάγια ανησυχία για τον πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, ήδη από την ανάληψη της εξουσίας του πριν από 25 χρόνια. Από την έναρξη της επίθεσης κατά της Ουκρανίας τον Φεβρουάριο του 2022, όταν στάλθηκαν στο μέτωπο εκατοντάδες χιλιάδες νέοι άνδρες, το πρόβλημα έχει επιδεινωθεί περαιτέρω.
Σύμφωνα με το έγγραφο που επικαλείται το AFP, το ρωσικό υπουργείο Υγείας συνιστά στους γιατρούς να παραπέμπουν τις γυναίκες που απορρίπτουν τη μητρότητα «για συμβουλευτική με ψυχολόγο με στόχο την καλλιέργεια μιας θετικής στάσης απέναντι στη μητρότητα». Οι σχετικές συστάσεις εγκρίθηκαν στα τέλη Φεβρουαρίου, αλλά έγιναν γνωστές μόλις πρόσφατα μέσω των ρωσικών μέσων ενημέρωσης.
Το έγγραφο προβλέπει ότι γυναίκες ηλικίας 18 έως 49 ετών θα καλούνται σε ετήσιους ιατρικούς ελέγχους για την αξιολόγηση της αναπαραγωγικής τους υγείας. Παράλληλα, προβλέπονται παρόμοιες εξετάσεις και για άνδρες της ίδιας ηλικίας, περιοριζόμενες ωστόσο στην αξιολόγηση της σωματικής τους υγείας, χωρίς συμμετοχή ψυχολόγων.
Η δημογραφική πρόκληση και οι κυβερνητικές πολιτικές
Ο πρόεδρος Πούτιν έχει χαρακτηρίσει τη μείωση του πληθυσμού ως ζήτημα εθνικής επιβίωσης, προειδοποιώντας το 2024 ότι η Ρωσία κινδυνεύει με «εξαφάνιση» αν δεν αυξηθεί ο δείκτης γεννήσεων. Σήμερα, το ποσοστό γεννήσεων βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 200 ετών, με περίπου 1,4 παιδιά ανά γυναίκα, πολύ κάτω από το όριο των 2,1 που απαιτείται για τη σταθεροποίηση του πληθυσμού.
Τα τελευταία χρόνια, η Μόσχα έχει προχωρήσει σε αυστηροποίηση των νόμων περί αμβλώσεων και έχει θεσπίσει νομοθεσία που απαγορεύει την «προπαγάνδα της άτεκνης». Παράλληλα, οι μεγάλες οικογένειες προβάλλονται θετικά στα μέσα ενημέρωσης και απολαμβάνουν σειρά οικονομικών και κοινωνικών προνομίων που παρέχει το κράτος.