Περίπου 100.000 άνθρωποι εγκατέλειψαν το Νότιο Σουδάν για να καταφύγουν στην Αιθιοπία τον Μάρτιο, μετά την εντολή του στρατού της χώρας προς τον πληθυσμό να απομακρυνθεί από περιοχή που ελέγχεται από την αντίπαλη πλευρά, σύμφωνα με ανακοίνωση της Unicef.
Η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενη αστάθεια, καθώς οι συγκρούσεις μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και αντιπάλων τους αναζωπυρώνονται, κυρίως στην Πολιτεία Τζονγκλέι, στο κεντροανατολικό τμήμα του Νότιου Σουδάν.
Ο εκτοπισμένος πληθυσμός παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτος. Ένα τέταρτο των παιδιών κάτω των πέντε ετών που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους υποφέρουν από υποσιτισμό, επίπεδο που χαρακτηρίζεται «ανησυχητικό» από τη Unicef.
Στις 6 Μαρτίου, ο στρατός του Νότιου Σουδάν (SSPDF) κάλεσε τους αμάχους της πόλης Ακόμπο, που βρίσκεται υπό τον έλεγχο των αντίπαλων δυνάμεων, να μετακινηθούν σε περιοχές υπό τον έλεγχό του ή σε ζώνες που θεωρούνται ασφαλείς.
Παράλληλα, έδωσε εντολή στην αποστολή του ΟΗΕ στο Νότιο Σουδάν (UNMISS) και σε άλλες μη κυβερνητικές οργανώσεις να «απομακρυνθούν άμεσα» εν αναμονή «στρατιωτικών επιθέσεων». Η UNMISS, ωστόσο, αρνήθηκε να συμμορφωθεί.
Η Unicef αναφέρει ότι 28 εγκαταστάσεις υγείας και σίτισης έχουν καταστραφεί στην Τζονγκλέι από τον Ιανουάριο, επιδεινώνοντας την ήδη εύθραυστη κατάσταση δημόσιας υγείας. Περίπου το 80% των υγειονομικών αναγκών του Νότιου Σουδάν καλύπτεται από ξένους δωρητές, εξαιτίας χρόνιων προβλημάτων διαφθοράς.
«Όλοι όσοι λάμβαναν φροντίδα στο νοσοκομείο του Ακόμπο –που πριν ήταν ασφαλές καταφύγιο για ασθενείς και τραυματίες— έχουν φύγει. Σύμφωνα με αναφορές, το νοσοκομείο έχει λεηλατηθεί και είναι τώρα κλειστό», σημειώνει η Unicef.
Η Πολιτεία Τζονγκλέι αποτελεί επίκεντρο των συγκρούσεων που μαίνονται από τον Δεκέμβριο, ανάμεσα σε δυνάμεις πιστές στον πρόεδρο Σάλβα Κιρ και εκείνες του αντιπάλου του Ρικ Μάκαρ.
Το Νότιο Σουδάν, που ανεξαρτητοποιήθηκε από το Σουδάν το 2011 ύστερα από δύο πολέμους κατά του Χαρτούμ διάρκειας σχεδόν τεσσάρων δεκαετιών, βίωσε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο την περίοδο 2013-2018, με περισσότερους από 400.000 νεκρούς.