Σε έντονη φάση επενδυτικής κινητικότητας και κανονιστικών πρωτοβουλιών για την ενεργειακή τους διασύνδεση βρίσκονται οι χώρες των Βαλκανίων, όπως αναδείχθηκε σε συνέδριο που διοργάνωσαν στη Θεσσαλονίκη ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών. Στόχος είναι η ενίσχυση της ανθεκτικότητας των δικτύων και η ανάδειξη των χωρών της περιοχής σε περιφερειακούς κόμβους ενέργειας.
Επενδύσεις σε ενεργειακές διασυνδέσεις και Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), αλλά και ανανεωμένο ενδιαφέρον για την πυρηνική ενέργεια, συνθέτουν το πλέγμα των στρατηγικών στόχων έως το 2035.
Η πορεία αυτή καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις ευρωπαϊκές πολιτικές και τη συζήτηση γύρω από το πακέτο για τα ευρωπαϊκά δίκτυα (European Grids Package).
Η ελληνική προτεραιότητα στις ενεργειακές υποδομές
Ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, τόνισε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια ευρεία διαβούλευση στην ΕΕ σχετικά με το συγκεκριμένο πακέτο, το οποίο αποτελεί «την απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις πιέσεις για ενοποίηση της ευρωπαϊκής αγοράς».
Όπως σημείωσε, η Ελλάδα αφιερώνει σημαντικούς πόρους στη διαδικασία αυτή.
Ο κ. Τσάφος υπογράμμισε τη δυσκολία εξεύρεσης κοινού τόπου μεταξύ 27 χωρών με διαφορετικά ενεργειακά συστήματα, επισημαίνοντας ότι η συνεργασία και η διαμόρφωση κοινού οράματος είναι κρίσιμες για την επόμενη φάση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στην ανάγκη ενίσχυσης των ελληνικών δικτύων απέναντι στην κλιματική κρίση, χαρακτηρίζοντας την ανθεκτικότητα «τεράστια προτεραιότητα».
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις επενδύσεις για αποθήκευση ενέργειας από ΑΠΕ και στην υπογειοποίηση των δικτύων, καθώς η Ελλάδα διαθέτει από τα χαμηλότερα ποσοστά υπόγειων καλωδίων στην Ευρώπη. Αναφέρθηκε επίσης στους στόχους για τη διασύνδεση των νησιών.
Η σημασία της περιφερειακής διασύνδεσης
Αναφορικά με τα οφέλη της ενεργειακής διασύνδεσης, ο υφυπουργός σημείωσε ότι, αν και η Ελλάδα ήταν καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας τα δύο τρίτα του χρόνου το 2023, παρέμεινε εισαγωγέας το υπόλοιπο τρίτο.
«Το γεγονός ότι είσαι καθαρός εξαγωγέας δεν σημαίνει ότι δεν εξαρτάσαι από εισαγωγές», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας τη σημασία της διασυνδεσιμότητας για την ενεργειακή σταθερότητα.
Όσον αφορά την ηλεκτροπαραγωγή από φυσικό αέριο, τόνισε ότι η Ελλάδα διαθέτει υψηλό ποσοστό συμμετοχής και οι σταθμοί της παρέχουν «υπηρεσία ευελιξίας» στην ευρύτερη περιοχή.
Η στρατηγική της Βόρειας Μακεδονίας
Η υπουργός Ενέργειας, Ορυχείων και Ορυκτών Πόρων της Βόρειας Μακεδονίας, Σάνια Μποζίνοβσκα, παρουσίασε τα σχέδια της χώρας για σύζευξη της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με την Ελλάδα και επενδύσεις ύψους 800 εκατ. ευρώ στο πλαίσιο της μεταρρυθμιστικής ατζέντας ενόψει ένταξης στην ΕΕ.
Η κ. Μποζίνοβσκα ανέφερε ότι οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς εργάζονται ήδη στο έργο και ότι έχουν προσλάβει τη βελγική Elia για την εκπόνηση σχετικού κώδικα.
Παράλληλα, υπογράμμισε τη σημασία της περιφερειακής συνεργασίας και των κοινών ενεργειακών υποδομών, με στόχο η χώρα να αποτελέσει κόμβο διέλευσης φυσικού αερίου έως το 2027.
Η σερβική επενδυτική στρατηγική και το πυρηνικό πρόγραμμα
Ο Αλεξάνταρ Ζλάτκοβιτς, σύμβουλος του υπουργού Ορυχείων και Ενέργειας της Σερβίας, υπογράμμισε ότι η ενεργειακή μετάβαση στη Νοτιοανατολική Ευρώπη απαιτεί κοινό στρατηγικό όραμα και όχι μεμονωμένες προσεγγίσεις.
Επισήμανε ότι οι ενεργειακές αγορές της περιοχής είναι «βαθιά αλληλοσυνδεδεμένες» και πως η Σερβία επενδύει στη δημιουργία ενός ασφαλούς, βιώσιμου και διαφοροποιημένου συστήματος έως το 2035.
Στο πλαίσιο αυτό, η χώρα σχεδιάζει επενδύσεις ύψους 10 δισ. ευρώ για την ανάπτυξη του εθνικού πυρηνικού προγράμματος, με 3 δισ. ευρώ να προγραμματίζονται για την περίοδο 2028-2035.
Ο κ. Ζλάτκοβιτς τόνισε ότι η πυρηνική ενέργεια λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις ΑΠΕ, προσφέροντας σταθερότητα και ευελιξία στο ενεργειακό δίκτυο.
Η ρουμανική προσέγγιση στην ενεργειακή μετάβαση
Η γενική πρόξενος της Ρουμανίας στη Θεσσαλονίκη, Κορίνα Κρέτου, αναφέρθηκε στο μακροπρόθεσμο πλαίσιο πολιτικής της χώρας για τη στήριξη της ενεργειακής μετάβασης και της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας έως το 2030. Επισήμανε τους στόχους για επέκταση των ΑΠΕ και τις προκλήσεις που συνοδεύουν τη διαδικασία αυτή.