Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι θα υπογράψει εκτελεστικό διάταγμα για την επιβολή δασμών ύψους 10% σε όλες τις χώρες, επικαλούμενος το Άρθρο 122 του Εμπορικού Νόμου του 1974. Όπως δήλωσε, θα ξεκινήσουν και «πολλές άλλες έρευνες», χωρίς να δώσει περαιτέρω διευκρινίσεις.
«Δεν χρειάζεται να ρωτήσω το Κογκρέσο για τους δασμούς», υπογράμμισε, προσθέτοντας ότι τα έσοδα από τους δασμούς «θα αυξηθούν». Οι «παγκόσμιοι δασμοί» του 10%, όπως ανέφερε, θα ισχύσουν για πέντε μήνες και θα προστεθούν στους ήδη υπάρχοντες.
Απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφων σχετικά με το αν η Ουάσινγκτον θα πρέπει να επιστρέψει τα χρήματα που έλαβε εντός του 2025 από τους δασμούς, ο Τραμπ σημείωσε ότι δεν είναι σαφές εάν θα υπάρξουν αποζημιώσεις, «υποθέτει πως αυτό θα κριθεί από τα δικαστήρια». Πρόσθεσε επίσης ότι «η κατάληξη θα είναι ότι βρισκόμαστε στα δικαστήρια για την επόμενη πενταετία».
Ο Τραμπ επισήμανε ότι όλες οι εμπορικές συμφωνίες που έχει συνάψει η κυβέρνησή του «ισχύουν», αλλά «απλώς θα πρέπει να τις κάνουμε με διαφορετικό τρόπο». Ωστόσο, είχε προηγουμένως δηλώσει ότι ορισμένες από τις συμφωνίες που διαπραγματεύτηκε βάσει του Νόμου Επειγουσών Οικονομικών Εξουσιών (IEEPA) του 1977 δεν ισχύουν.
Επίθεση στο Ανώτατο Δικαστήριο
Νωρίτερα, ο Αμερικανός πρόεδρος εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στο Ανώτατο Δικαστήριο, δηλώνοντας ότι «ντρέπεται για ορισμένα μέλη του που δεν είχαν το θάρρος να κάνουν ό,τι είναι σωστό για τη χώρα μας».
«Επέδειξαν αντιπατριωτική στάση και ανυπακοή στο Σύνταγμα μας», είπε στη συνέντευξη Τύπου στον Λευκό Οίκο. «Πιστεύω ότι αυτό το Δικαστήριο επηρεάστηκε από ξένα συμφέροντα και ένα πολιτικό κίνημα που είναι πολύ μικρότερο απ’ ότι θα πίστευε ο κόσμος», πρόσθεσε.
Η απόφαση του Δικαστηρίου ελήφθη με ψήφους 6 έναντι 3. Με την πλειοψηφία συντάχθηκαν οι συντηρητικοί δικαστές Τζον Ρόμπερτς, Νιλ Γκόρσατς και Έιμι Κόνεϊ Μπάρετ — οι δύο τελευταίοι διορισμένοι από τον Τραμπ στην προηγούμενη θητεία του — καθώς και οι φιλελεύθεροι Σόνια Σοτομαγιόρ, Έλενα Κάγκαν και Κετάντζι Μπράουν Τζάκσον.
Την απόφαση καταψήφισαν οι συντηρητικοί Μπρετ Κάβανο, Κλάρενς Τόμας και Σάμιουελ Αλίτο. Ο Τραμπ επαίνεσε ιδιαίτερα τον Κάβανο, τον οποίο διόρισε ο ίδιος, δηλώνοντας ότι «αισθάνεται πολύ υπερήφανος για αυτόν».