Η Ευρώπη επαναφέρει στο τραπέζι το ερώτημα της δικής της αποτροπής, τι σημαίνει ασφάλεια χωρίς τη βεβαιότητα της αμερικανικής «ομπρέλας» και μέχρι πού είναι διατεθειμένη να βρεθεί, από την ενίσχυση της συμβατικής άμυνας έως και την πυρηνική διάσταση.
H εξέλιξη στο ουκρανικό μέτωπο λειτούργησε ως «καμπανάκι» και ώθησε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να αναζητούν εναλλακτικό σχέδιο. Την ίδια ώρα, σε άρθρο γνώμης στο Euronews, το συμπέρασμα είναι ευθύ, η Ευρώπη μπορεί να σταθεί απέναντι στη Ρωσία ακόμη και χωρίς τις ΗΠΑ, αρκεί να υπάρξει η πολιτική βούληση.
Το «σοκ» της προσωρινής διακοπής πληροφοριών
Σύμφωνα με το Bloomberg, όταν οι ΗΠΑ διέκοψαν για λίγες ημέρες την ανταλλαγή πληροφοριών με την Ουκρανία, η επίδραση στο πεδίο ήταν άμεση και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι είδαν με ανησυχία τις συνέπειες.
Η διακοπή κράτησε λίγο, όμως, όπως σημειώνει το ίδιο ρεπορτάζ, λειτούργησε ως σημείο καμπής, υπενθυμίζοντας ότι η στήριξη της Ουάσιγκτον δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη και ότι η Ευρώπη χρειάζεται εναλλακτικές λύσεις.
Πυρηνική αποτροπή: Το ευρωπαϊκό «plan B» και το δίλημμα αξιοπιστίας
Μέσα σε αυτό το κλίμα, το ίδιο δημοσίευμα αναφέρει ότι, για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ευρωπαϊκές πρωτεύουσες συζητούν το ενδεχόμενο ενός πιο «ευρωπαϊκού» πλαισίου αποτροπής, ακόμη και με πυρηνική διάσταση, μέσα από επαφές σε επίπεδο στρατών και κυβερνήσεων.
Η Ευρώπη στηρίζεται στην αμερικανική πυρηνική ομπρέλα, με αμερικανικά όπλα να βρίσκονται στην ήπειρο και με τη ρήτρα συλλογικής άμυνας του ΝΑΤΟ, την ώρα που η Ρωσία διαθέτει το μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο παγκοσμίως.
Σήμερα, στην Γηραιά ήπειρο, πυρηνικά όπλα διαθέτουν μόνο δύο χώρες, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Σε αυτό το πλαίσιο, το Bloomberg αναφέρει ότι ο Εμανουέλ Μακρόν αναμένεται να επανέλθει με πρωτοβουλία για το πώς η γαλλική αποτροπή θα μπορούσε να αποκτήσει πιο «ευρωπαϊκό» ρόλο, προσφέροντας ένα ευρύτερο πλαίσιο ασφάλειας.
Η συζήτηση δεν είναι νέα, όμως αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα τώρα, καθώς εντείνονται οι αμφιβολίες στην Ευρώπη για το πόσο δεδομένη είναι η αμερικανική στήριξη.
Υπογραμμίζεται ότι η πυρηνική αποτροπή δεν είναι μια απλή «ομπρέλα» που απλώνεται αυτόματα πάνω από τρίτες χώρες. Είναι μια δύσκολη εξίσωση αξιοπιστίας, κόστους και κινδύνου κλιμάκωσης.
«Φανταστείτε ότι η Ρωσία εισβάλλει στην Εσθονία», αναφέρει στο Bloomberg ο ερευνητής Pavel Podvig, θέτοντας το κρίσιμο δίλημμα για το Παρίσι, μπορεί να απαντήσει πλήττοντας τη Ρωσία, αλλά θα πρέπει να αποδεχθεί και την πιθανότητα βαριών αντιποίνων. «Θα ήταν κάτι που το Παρίσι θα δεχόταν να διανοηθεί;» αναρωτιέται.
Ρεαλιστικά βήματα: Συντονισμός Παρισιού - Λονδίνου και ρόλος ΝΑΤΟ
Ακόμη κι αν η ιδέα μιας «πανευρωπαϊκής» πυρηνικής δύναμης μοιάζει μακρινή, το Bloomberg περιγράφει πιο ρεαλιστικά βήματα χαμηλότερης έντασης.
Μεγαλύτερος συντονισμός ανάμεσα σε Γαλλία και Ηνωμένο Βασίλειο, συμμετοχή ευρωπαϊκών εταίρων σε ασκήσεις και στενότερη σύνδεση με τους υπάρχοντες μηχανισμούς του ΝΑΤΟ.
Στο ίδιο πλαίσιο, η ερευνήτρια Darya Dolzikova (RUSI) κρατά χαμηλά τον πήχη: «Δεν βλέπω μια πανευρωπαϊκή πυρηνική αποτροπή», δήλωσε, αφήνοντας όμως ανοιχτό το πώς Παρίσι και Λονδίνο θα μπορούσαν να δώσουν πιο «ευρωπαϊκή» διάσταση στις δικές τους εθνικές αποτροπές.
Το κόστος ως «φρένο» στις πυρηνικές επιλογές
Την ίδια ώρα, η πολιτική και δημοσιονομική πραγματικότητα λειτουργεί ως φρένο. «Αν μιλάτε για πυρηνικά όπλα, τότε μιλάτε για να ξοδέψετε πολλά χρήματα», λέει στο Bloomberg ο Βέλγος πρωθυπουργός, Μπαρτ ντε Βεβέρ, συμπυκνώνοντας τον προβληματισμό σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Όπως σημειώνεται, η Ευρώπη ήδη αυξάνει με μεγάλο κόστος τις δαπάνες για τη συμβατική άμυνα και δύσκολα θα μπορούσε να σηκώσει παράλληλα ένα δεύτερο, ιδιαίτερα ακριβό, πυρηνικό εγχείρημα.
Η ευρωπαϊκή άμυνα είναι στοίχημα πολιτικής απόφασης και αντοχής
Σε διαφορετικό μήκος κύματος, το Euronews θέτει το ίδιο ερώτημα και δίνει πιο καθαρή απάντηση: «Η Ευρώπη μπορεί να αμυνθεί απέναντι στη Ρωσία χωρίς τις ΗΠΑ, αν το θέλει».
Ο Karl-Heinz Kamp περιγράφει τη φετινή Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου ως μια από τις δυσκολότερες στιγμές για τη διατλαντική σχέση και προειδοποιεί ότι μια οριστική ρήξη θα ήταν «καταστροφή». Γι’ αυτό, όπως τονίζει, πρέπει να γίνει προσπάθεια «με κάθε κόστος» ώστε οι ΗΠΑ να παραμείνουν στο ΝΑΤΟ.
Η ιδέα της «εφεδρείας» παρουσιάζεται ως κάτι που η Ευρώπη πρέπει να συνηθίσει, γιατί θέλει να λειτουργεί έχοντας στο μυαλό της το ενδεχόμενο μιας βαθιάς αποσύζευξης από τις ΗΠΑ.
Ο Kamp στηρίζει το επιχείρημά του στη δυναμική των μεγεθών και των τάσεων, υποστηρίζοντας ότι η ρωσική οικονομία και οι δυνατότητες πολέμου φθείρονται όσο συνεχίζεται η σύγκρουση, ενώ η ευρωπαϊκή άμυνα ενισχύεται σταδιακά μέσω υψηλότερων δαπανών, ισχυρότερης βιομηχανικής βάσης και τεχνογνωσίας.
Και καταλήγει ότι το ζητούμενο δεν είναι «ανούσιες συζητήσεις» για «ευρωπαϊκό στρατό» ή «ευρωπαϊκά πυρηνικά», αλλά η πολιτική βούληση ώστε οι δεσμεύσεις να μετατραπούν σε πράξη.