Σε λίγες ημέρες λήγει η τελευταία σημαντική συμφωνία ελέγχου των πυρηνικών εξοπλισμών μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, η Νέα START, γεγονός που εντείνει τους κινδύνους πυρηνικής εξάπλωσης σε ένα ιδιαίτερα ασταθές διεθνές περιβάλλον.
Η συνθήκη, που είχε υπογραφεί το 2010, προέβλεπε περιορισμούς τόσο στις ανεπτυγμένες πυρηνικές κεφαλές όσο και στους εκτοξευτήρες και στρατηγικά βομβαρδιστικά, εισάγοντας ταυτόχρονα μηχανισμούς επαλήθευσης. Οι επιθεωρήσεις όμως ανεστάλησαν το 2023 λόγω της σύγκρουσης στην Ουκρανία.
Παρά τις προτάσεις για παράταση της ισχύος της συνθήκης, δεν υπήρξε επίσημη απάντηση από την Ουάσιγκτον στην πρόταση της Μόσχας, ενώ οι συνομιλίες για ανανέωση παρέμειναν στάσιμες κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ. Ο ίδιος τόνιζε την ανάγκη να συμπεριληφθεί και η Κίνα σε οποιαδήποτε νέα συμφωνία ελέγχου οπλοστασίων.
Σύμφωνα με αξιωματούχο του Λευκού Οίκου, ο πρόεδρος Τραμπ επιθυμεί τη διατήρηση των υφιστάμενων ορίων στα πυρηνικά όπλα και την εμπλοκή της Κίνας στις διαπραγματεύσεις, ωστόσο μέχρι στιγμής δεν έχει παρουσιαστεί συνεκτική στρατηγική.
Το 2025 χαρακτηρίστηκε από αμερικανικά πλήγματα σε ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις, δοκιμές νέων ρωσικών πυραύλων και ταχεία ενίσχυση του κινεζικού πυρηνικού οπλοστασίου, γεγονότα που επιδεινώνουν το παγκόσμιο κλίμα ασφάλειας. Ο γάλλος υπουργός Εξωτερικών, Ζαν-Νοέλ Μπαρό, προειδοποίησε πρόσφατα για αυξημένο κίνδυνο εξάπλωσης των πυρηνικών όπλων λόγω της «αποσύνθεσης του νομικού πλαισίου για τον έλεγχο των εξοπλισμών».
Ρώσοι και Αμερικανοί τηρούν στάση αναμονής ως προς τις επόμενες κινήσεις, με αναλυτές να επισημαίνουν ότι η Μόσχα πιθανότατα θα αντιδράσει ανάλογα με τις εξελίξεις στην αμερικανική πλευρά. Σημειώνεται ότι οι ΗΠΑ είχαν ήδη αποσυρθεί το 2019 από άλλη βασική συμφωνία αφοπλισμού, τη συνθήκη INF για τα πυρηνικά όπλα μέσου βεληνεκούς.
Κομβικό σημείο αναμένεται να αποτελέσει η διάσκεψη για την αναθεώρηση της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων (TNP), που θα πραγματοποιηθεί τον Απρίλιο στη Νέα Υόρκη. Ειδικοί εκτιμούν ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να οδηγηθεί σε διπλωματική αποτυχία, γεγονός που θα επιφέρει περαιτέρω αβεβαιότητα στο πεδίο της παγκόσμιας πυρηνικής ασφάλειας.