Η Βενεζουέλα, μέσω επίσημης επιστολής στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), προχώρησε σε έντονη διαμαρτυρία σχετικά με τις τελευταίες εξελίξεις στην αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Καραϊβική.
Το Καράκας χαρακτηρίζει τις αμερικανικές κινήσεις ως «συνεχιζόμενη παρενόχληση» και κάνει λόγο για «πρωτοφανές επίπεδο εχθρότητας» από πλευράς ΗΠΑ, ιδιαίτερα μετά την ανάπτυξη αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή.
Σύμφωνα με την επιστολή που παραδόθηκε στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, η Βενεζουέλα εκφράζει ιδιαίτερη ανησυχία για την παρουσία αντιτορπιλικών πλοίων, πυραυλοφόρου καταδρομικού και υποβρυχίου με πυρηνική δυνατότητα στην Καραϊβική.
Το Καράκας τονίζει ότι «για πρώτη φορά στην ιστορία, στρατιωτικά μέσα με πυρηνική ικανότητα εισάγονται στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική», γεγονός που, κατά τη χώρα, συνιστά ευθεία παραβίαση της Συνθήκης του Τλατελόλκο του 1968, η οποία χαρακτηρίζει την περιοχή ως ζώνη ελεύθερη από πυρηνικά όπλα.
Στο ίδιο πλαίσιο, η κυβέρνηση Μαδούρο υποστηρίζει ότι οι αμερικανικές ενέργειες αποτελούν παραβίαση του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, εστιάζοντας στο άρθρο 2 που αφορά την ισότιμη κυριαρχία των κρατών, την ειρηνική διαχείριση διαφορών και την αρχή της μη επέμβασης.
Επίσης, επισημαίνεται ότι αγνοείται η διακήρυξη της «Κοινότητας Κρατών Λατινικής Αμερικής και Καραϊβικής (CELAC)» του 2014, η οποία δήλωσε την περιοχή ως ζώνη ειρήνης.
Η Βενεζουέλα καταγγέλλει «με τον πιο έντονο τρόπο» πως η εισαγωγή πυρηνικών όπλων στην Καραϊβική υπονομεύει τη σταθερότητα του ημισφαιρίου, διαβρώνει το διεθνές καθεστώς μη διάδοσης και αφοπλισμού και θέτει σε κίνδυνο τόσο την περιφερειακή όσο και τη διεθνή ασφάλεια.
Παράλληλα, το Καράκας επαναβεβαιώνει τη «σταθερή δέσμευση» της χώρας στο διεθνές δίκαιο και στον σεβασμό της κυριαρχίας των κρατών, καλώντας τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ να υπερασπιστεί έμπρακτα τις θεμελιώδεις αξίες που προστατεύει ο Οργανισμός και να ζητήσει από τις ΗΠΑ τον άμεσο τερματισμό των εχθρικών ενεργειών.
Η επιστολή καταλήγει με τη διαβεβαίωση ότι «η Βενεζουέλα δεν συνιστά απειλή για κανέναν» και τονίζει πως «η πραγματική απειλή για τη σταθερότητα της περιοχής προκύπτει από τη στρατιωτική και πυρηνική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στην Καραϊβική».
Όπως σημειώνεται, «η χώρα μας και ο λαός μας δεν θα δεχθούν ποτέ την επιβολή της βίας ή την παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους», με έμφαση στο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης.
Ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Βενεζουέλας στα Ηνωμένα Έθνη, Σάμουελ Μονκάδα, τοποθετήθηκε εκτεταμένα επί του ζητήματος. Χαρακτήρισε την αμερικανική παρουσία ως «σοβαρή απειλή» και «προπαγανδιστική εκστρατεία με στόχο την αποσταθεροποίηση και τη δικαιολόγηση στρατιωτικής επέμβασης» στη χώρα του.
Σε απαντήσεις προς δημοσιογράφους, δήλωσε χαρακτηριστικά: «Είναι γελοίο να πιστεύει κανείς ότι πολεμούν τη διακίνηση ναρκωτικών με πυρηνικά υποβρύχια», προσθέτοντας ότι «η ανακοίνωση για οκτώ πολεμικά πλοία ικανά να πλήξουν οποιοδήποτε σημείο της Βενεζουέλας αποτελεί σαφή κλιμάκωση».
Σχετικά με το αν υπάρχουν ενδείξεις για τον πυρηνικό οπλισμό των αμερικανικών πλοίων, ο κ. Μονκάδα τόνισε ότι «την απάντηση πρέπει να δώσουν αυτοί που τα αποστέλλουν».
Ο μόνιμος αντιπρόσωπος επανέφερε την κατηγορία περί παραβίασης του Χάρτη του ΟΗΕ μέσω της απειλής βίας, επισημαίνοντας πως οι ΗΠΑ «αγνοούν τις διεθνείς υποχρεώσεις τους με πρόσχημα την καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών».
Κατήγγειλε, επίσης, την κίνηση της Ουάσιγκτον να χαρακτηρίσει συλλήβδην τους Βενεζουελάνους «εχθρικούς αλλοδαπούς», αποκαλώντας την απόφαση «καθαρό ρατσισμό».
Κατά τον κ. Μονκάδα, η όλη ρητορική χαρακτηρίζεται από «υπερβολή, γελοιότητα και παραλογισμό», επισημαίνοντας πως αυτή η επικοινωνιακή πολιτική «πρέπει να τεθεί υπό διεθνή λογοδοσία», καθώς γίνεται, όπως αναφέρει, «βάση για ένοπλη δράση κατά χώρας-μέλους του ΟΗΕ».
Σχετικά με την αμερικανική επιχειρηματολογία περί ναρκωτικών, σχολίασε ότι «οι κύριες οδοί διακίνησης βρίσκονται στον Ειρηνικό Ωκεανό, όχι στην Καραϊβική» και συμπλήρωσε ότι η Βενεζουέλα δεν αποτελεί σημαντική χώρα παραγωγής ή διακίνησης ναρκωτικών. Παράλληλα, υπογράμμισε το πρόβλημα που προκαλούν «οι φαρμακευτικές εταιρείες που νόμιμα πωλούν οξυκωδόνη και άλλα φάρμακα, προκαλώντας δεκάδες χιλιάδες θανάτους στις ΗΠΑ ετησίως».
Ολοκληρώνοντας, υπογράμμισε ότι «η πραγματική πρόθεση των ΗΠΑ είναι πολιτική: δεν αναγνωρίζουν τον εκλεγμένο πρόεδρο, μας κατηγορούν για εχθρικές ενέργειες και προσφέρουν μεγάλες αμοιβές για τη σύλληψή του. Πρόκειται για οργανωμένη προσπάθεια αποσταθεροποίησης».