Με ιδιαίτερα ισχυρές οικονομικές επιδόσεις και σημαντικά κεφαλαιακά και λειτουργικά «μαξιλαράκια» μπαίνουν στο 2026 οι τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες σύμφωνα με την DBRS που σε έκθεση της επισημαίνει ότι τα αποθέματα θα λειτουργήσουν ως «ασπίδα» απέναντι στην αυξημένη γεωπολιτική και μακροοικονομική αβεβαιότητα που επικρατεί διεθνώς.
Όπως αναφέρει στην έκθεση της η DBRS, οι τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες ανακοίνωσαν συνολικά καθαρά κέρδη περίπου 4,5 δισ. ευρώ για το 2025, σημειώνοντας αύξηση 5% σε ετήσια βάση. Η άνοδος των εσόδων από προμήθειες και ορισμένα θετικά έκτακτα στοιχεία βοήθησαν να αντισταθμιστεί η πίεση που προήλθε από τη μείωση των καθαρών εσόδων από τόκους (NII) και από την αύξηση του λειτουργικού κόστους.
Η συνολική κερδοφορία του κλάδου παρέμεινε σε ισχυρά επίπεδα, με τη μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE) να διαμορφώνεται περίπου στο 12% το 2025, έναντι 13% το 2024. Η μικρή υποχώρηση οφείλεται κυρίως στην ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών μετά από πρόσφατες εξαγορές.
Η DBRS σημειώνει ότι στο μέλλον η συνέχιση της πιστωτικής επέκτασης και η περαιτέρω ενίσχυση των εσόδων από προμήθειες αναμένεται να συμβάλουν στην αντιστάθμιση πιθανών πιέσεων από το αυξημένο λειτουργικό κόστος ή από ενδεχόμενη άνοδο του κόστους πιστωτικού κινδύνου το 2026.
Έσοδα, επιτόκια και προμήθειες
Τα συνολικά έσοδα των τραπεζών σημείωσαν μικρή μείωση 1% το 2025, καθώς η αύξηση των προμηθειών και των λοιπών μη τοκοφόρων εσόδων δεν ήταν αρκετή για να αντισταθμίσει πλήρως την πτώση των εσόδων από τόκους. Τα βασικά έσοδα (NII και καθαρές προμήθειες) υποχώρησαν επίσης περίπου κατά 1% σε ετήσια βάση.
Τα καθαρά έσοδα από τόκους μειώθηκαν κατά 5%, κυρίως λόγω της αποκλιμάκωσης των επιτοκίων. Ωστόσο, η ισχυρή πιστωτική ανάπτυξη, η αντιστάθμιση επιτοκιακού κινδύνου, τα αυξημένα έσοδα από τίτλους σταθερού εισοδήματος και η αποτελεσματική διαχείριση του παθητικού περιόρισαν μέρος των πιέσεων. Σημειώνεται επίσης ότι κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2025 τα NII παρουσίασαν ανάκαμψη σε τριμηνιαία βάση, χάρη στη σταθεροποίηση των επιτοκίων και τη συνεχιζόμενη αύξηση των χορηγήσεων.
Η DBRS εκτιμά ότι υπάρχει θετική προοπτική για τα NII το 2026, υπό την προϋπόθεση ότι η πιστωτική επέκταση θα συνεχιστεί και ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν σχετικά σταθερά.
Αντίθετα, ιδιαίτερα ισχυρή ήταν η επίδοση των εσόδων από προμήθειες, τα οποία αυξήθηκαν κατά 12% σε ετήσια βάση. Η άνοδος αυτή συνδέεται τόσο με οργανική ανάπτυξη όσο και με εξαγορές και αφορά κυρίως δραστηριότητες που σχετίζονται με χορηγήσεις, διαχείριση περιουσίας και τραπεζοασφαλιστικά προϊόντα. Παρά τις πιέσεις στις υπηρεσίες συναλλαγών και πληρωμών λόγω κυβερνητικής παρέμβασης για μείωση ορισμένων τραπεζικών προμηθειών, οι ελληνικές τράπεζες ενισχύουν σταδιακά τη συμβολή των προμηθειών στα συνολικά έσοδά τους.
Η συμμετοχή των καθαρών προμηθειών στα συνολικά έσοδα αυξήθηκε στο 21% το 2025, από 19% το 2024, αν και παραμένει χαμηλότερη σε σχέση με πολλές ευρωπαϊκές τράπεζες.
Λειτουργικό κόστος και προβλέψεις
Το λειτουργικό κόστος του κλάδου αυξήθηκε περίπου 7% το 2025, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στην επέκταση των τραπεζικών ομίλων μέσω εξαγορών, στις υψηλότερες αμοιβές προσωπικού και στις σημαντικές επενδύσεις σε τεχνολογία και ψηφιακές υποδομές. Παρά την αύξηση αυτή, ο μέσος δείκτης κόστους προς έσοδα παρέμεινε σε ισχυρό επίπεδο, περίπου στο 36%.
Τα κέρδη προ προβλέψεων και φόρων σημείωσαν πτώση περίπου 4%, ωστόσο τα διαθέσιμα αποθέματα για την κάλυψη ενδεχόμενων πιστωτικών ζημιών εξακολουθούν να θεωρούνται σημαντικά.
Οι προβλέψεις για ζημίες από δάνεια μειώθηκαν κατά περίπου 3% το 2025, γεγονός που αντανακλά τις προηγούμενες κινήσεις απομείωσης κινδύνου και τη βελτίωση της ποιότητας του ενεργητικού. Το μέσο κόστος κινδύνου (COR) διαμορφώθηκε περίπου στις 60 μονάδες βάσης, χαμηλότερα από προηγούμενα έτη, κυρίως χάρη στην ισχυρή πιστωτική ανάπτυξη.
Παράλληλα, ορισμένες τράπεζες προχώρησαν σε πρόσθετες προβλέψεις για στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο, μετά το κυβερνητικό σχέδιο στήριξης δανειοληπτών που επηρεάστηκαν από την ενίσχυση του φράγκου έναντι του ευρώ.
Κίνδυνοι και ποιότητα ενεργητικού
Η DBRS προειδοποιεί ότι οι δείκτες κινδύνου ενδέχεται να πιεστούν το 2026, λόγω της αυξημένης γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας. Επιπλέον, η αναθεώρηση από το Ανώτατο Δικαστήριο της μεθοδολογίας υπολογισμού επιτοκίων για τιτλοποιήσεις στο πλαίσιο του Νόμου Κατσέλη μπορεί να επηρεάσει τις αναμενόμενες ανακτήσεις από σχετικά χαρτοφυλάκια.
Η απόφαση αυτή ενδέχεται να μειώσει την αποτίμηση ορισμένων τιτλοποιημένων δανείων, οδηγώντας ενδεχομένως σε αυξημένες προβλέψεις για ομόλογα ανώτερης διαβάθμισης που διακρατούν οι τράπεζες ή σε μεγαλύτερη ενεργοποίηση κρατικών εγγυήσεων. Παρά ταύτα, ο συνολικός αντίκτυπος παραμένει αβέβαιος.
Ο οίκος εκτιμά πάντως ότι οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν επαρκή κερδοφορία και κεφαλαιακά αποθέματα ώστε να απορροφήσουν ενδεχόμενη αύξηση των πιστωτικών ζημιών.
Χρηματοδότηση και ρευστότητα
Η χρηματοδότηση των τραπεζών βασίζεται κυρίως στις καταθέσεις, οι οποίες αντιπροσώπευαν περίπου 87% της συνολικής χρηματοδότησης στο τέλος του 2025. Η καταθετική βάση παραμένει ευρεία και σχετικά σταθερή, κυρίως λόγω της μεγάλης συμμετοχής των πελατών λιανικής.
Οι καταθέσεις αυξήθηκαν περαιτέρω το 2025, ενώ οι προθεσμιακές καταθέσεις μειώθηκαν ως ποσοστό του συνόλου. Η εξάρτηση από χρηματοδότηση της κεντρικής τράπεζας παραμένει χαμηλή, μετά την αποπληρωμή των πράξεων μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ το 2024.
Παράλληλα, οι τράπεζες ενίσχυσαν την παρουσία τους στις αγορές χρέους, διατηρώντας επαρκή αποθέματα πάνω από τις κανονιστικές απαιτήσεις. Οι δείκτες ρευστότητας παραμένουν ιδιαίτερα ισχυροί:
- Δείκτης κάλυψης ρευστότητας (LCR): 202%
- Καθαρός δείκτης σταθερής χρηματοδότησης (NSFR): περίπου 136%
- Δείκτης δανείων προς καταθέσεις: 69%
Κεφαλαιακή επάρκεια
Η κεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών εξακολουθεί να θεωρείται ισχυρή, αντανακλώντας την υψηλή κερδοφορία και τις ενέργειες διαχείρισης κεφαλαίου. Στο τέλος του 2025 ο μέσος δείκτης CET1 διαμορφώθηκε περίπου στο 15,5%, ενώ ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου έφτασε το 20,1%, επίπεδα που προσφέρουν σημαντικό περιθώριο πάνω από τις ελάχιστες κανονιστικές απαιτήσεις.
Ωστόσο, η DBRS εκτιμά ότι τα κεφαλαιακά αποθέματα ενδέχεται να μειωθούν ελαφρά μέσα στο 2026, καθώς οι τράπεζες αυξάνουν τις διανομές προς τους μετόχους ή προχωρούν σε νέες εξαγορές με στόχο τη διεύρυνση της δραστηριότητάς τους και τη διαφοροποίηση των πηγών εσόδων.
Για τα κέρδη του 2025 προγραμματίζεται συνολική διανομή περίπου 2,5 δισ. ευρώ, αυξημένη κατά 31% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, με μέσο payout ratio περίπου 56%, έναντι 45% το 2024.
Βελτίωση ποιότητας κεφαλαίων
Τέλος, η ποιότητα των κεφαλαίων των τραπεζών συνεχίζει να βελτιώνεται. Οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTC) αντιστοιχούσαν περίπου στο 42% των κεφαλαίων CET1 στο τέλος του 2025, μειωμένες από 49% το 2024, ένδειξη περαιτέρω ενίσχυσης της κεφαλαιακής δομής.
Συνολικά, η DBRS εκτιμά ότι ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος έχει ενισχύσει σημαντικά τη χρηματοοικονομική του θέση τα τελευταία χρόνια και διαθέτει πλέον ισχυρότερα θεμέλια, αν και το διεθνές περιβάλλον εξακολουθεί να δημιουργεί προκλήσεις για το επόμενο διάστημα.